Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Σολωμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Σολωμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3/26/24

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ- Εκ των υστέρων: Ο Διονύσιος Σολωμός και η φαντασιακή Ελλάδα.

 


Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου





«Κλείσε μέσα ‘ς την ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθής μέσα σου να λαχταρίζη κάθε είδος μεγαλείου». Ο ποιητής… μήτε που ξεχωρίζει την εθνικήν ιδέα από την ιδέα τη γλωσσική. Δεν έχω τίποτε άλλο ς’ το νου μου, λέγει ο ποιητής, «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα».*

Καθώς ανοίγω για χιλιοστή φορά το βιβλίο της ζωής μου, με έντονα τα ίχνη του χρόνου στο σώμα του, το φθαρμένο δερματόδετο εξώφυλλο, που αντέχει ακόμη παρόλα αυτά, τις σκισμένες και ξανακολλημένες σελίδες, την υπογραφή της γιαγιάς μου «Αλκμήνη Ν. Αντωνοπούλου», και της θείας μου «Μυρτώ Αντωνοπούλου 1947», αντικρύζω τον λατρεμένο μας Διονύσιο Σολωμό. Χώνομαι μέσα στο νοητό του σώμα το χάρτινο, το γεμάτο φως και πνεύμα, μεταφυσικό σχεδόν… και συλλογίζομαι πώς, τότε, που έγραφε τον «Ύμνο στην Ελευθερία» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», έβλεπε την ιδιαίτερη πατρίδα του, μια φαντασιακή Ελλάδα, μέσα από τον ρομαντισμό του ιταλικού αναγεννησιακού πολιτισμού όπου πέρασε ένα μεγάλο μέρος της νιότης του πριν τον επαναπατρισμό του.



Και προσπαθώ να τον φανταστώ σήμερα, τι θα έβλεπε, πώς θα ένιωθε, τι θα σκεφτόταν. Αλλά και πώς θα έγραφε. Στη σημερινή Ελλάδα, την άγλωσση, κακομαθημένη, βολεμένη με τη φτήνια και την υποκουλτούρα. Την χορτασμένη από υλικά αγαθά, όπου η διαφθορά ανθεί, την τόσο πεινασμένη στην ψυχή και στο πνεύμα, την τόσο στερημένη από λαχτάρα μεγαλείου.

Βρισκόμαστε μέσα στο απλωμένο δίχτυ του διαδικτύου.  Μέσα στις κόγχες και τις λακκούβες του. Μέσα στη σπηλιά μας. Πού και πού, βγαίνουμε από τη σπηλιά, βλέπουμε με τα τηλεοπτικά μας μάτια ένα άλλο Μισολόγγι, εκεί στη Γάζα. Μα είναι τόσο μακριά! Αχ, ας ήταν στην απέναντι ακτή, όπως το Μισολόγγι του Σολωμού! Βλέπουμε κάπως πιο κοντά τα Τέμπη, το μακελειό, το εθνικό έγκλημα,  το κουκούλωμα και τον ενταφιασμό των νεκρών κάτω από σωρούς μπάζα, κι ακούμε τους γονείς. Και δακρύζουμε.

Μα ο Σολωμός δεν εδάκρυζε μόνον. Ήταν εκεί με ολόκληρο το σώμα του. Και άκουγε, και φαντασιωνόταν την Ελλάδα του μεγαλείου, εκείνην που εμείς απωλέσαμε.



… «Το Μισολόγγι! Του ηρωϊκού αποκλεισμού του η αγωνία αντιχτυπάει ‘ς το λαό της Ζακύνθου. Οι αντίλαλοι των κανονιών, από τα Μεσολογγίτικα ρήχη, ως εκεί φτάνουν. Από τα γυναικόπαιδα των Μισολογγιτών, «θλιμμέν’ απομεινάρια της φυγής και του χαμού», γεμάτοι οι δρόμοι και τα καντούνια της χώρας. Ο ποιητής σε μια πεζογραφική σελίδα του, περισωσμένη απάντεχα, εμπνέει και ‘ς εμάς τη συγκίνηση που του γεννούσανε τότε τα πρόσωπα και τα τριγυρίσματα εκείνα. Σε μια εξοχή της Ζακύνθου, προς το μεσημέρι, με το άκουσμα των κανονιών, ο ποιητής πρόβαλεν από το σπίτι του και ‘ς ένα λόφο ανέβηκε, και τα χέρια ύψωσε και δυνατά φώναξε: ‘Βάστα καημένο Μισολόγγι, βάστα!’. Κι έκλαιγε. Κι ένα βράδυ αστρόφεγγο, ς’ τη ρίζα μιας ελιάς καθισμένος, έκοβε την πολύωρη σιωπή του για να ειπεί του δούλου του: ‘Τι να γίνωντ’ εκεί κάτου τώρα τ’ αδέρφια μας;’. Και ο δούλος τον είδε και τότε να δακρύζει. Κι άλλη μια φορά ο αφέντης του έδωκε το φαγί του να το μοιράσει ς’ τους χωριάτες, λέγοντας: ‘Την ώρα τούτη πόσοι πεινάνε ς’ το Μισολόγγι! Δε θέλω περιστέρια!’. Κι έφαγε ψωμί κι εληές.»*

Εμείς ξεχνάμε γρήγορα. Είμαστε παγιδευμένοι μέσα στον ιστό του διαδικτύου. Είναι πλασματικός ο κόσμος μας, χαμένες οι τέσσερεις αισθήσεις μας. Ναι, συμπονάμε. Ναι, δακρύζουμε. Όμως δεν μπορούμε να νιώσουμε βαθιά, να κάνουμε τη συγκίνησή μας ποίημα, έργο,  δημιουργία. Είναι γιατί μας έχουν αφαιρέσει το αίμα της ψυχής μας, το συναίσθημα, την ενσυναίσθηση, την ταραχή, το θυμό για το άδικο, την απόγνωση, την πράξη!

«Τι να γίνοντ’ εκεί κάτω τ’ αδέρφια μας;». Κι έπειτα ανοίγουμε το χαζοκούτι, αδιάφοροι, νεκροί, νεκροζώντανοι, συμπάσχοντες στους καναπέδες μας εκ του μακρόθεν, απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, λέμε, στις γιορτές τρώμε και πίνουμε, πετάμε χαρταετούς, γλεντάμε, περνάμε καλά, κοιμόμαστε. Χωρίς όνειρα. Μια ζωή χωρίς όνειρα.



*Αποσπάσματα από την εισαγωγή του Κωστή Παλαμά στο βιβλίο «Άπαντα τα ευρισκόμενα του Διονυσίου Σολωμού» (Βιβλιοθήκη Μαρασλή-ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ-ΤΥΠΟΙΣ Π.Δ.ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ-ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΚΑΡΟΛΟΥ ΜΠΕΚ- 1901)

  


3/25/23

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ- Χαίρε ώ χαίρε Λευτεριά

 




Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

 




Στοχαζόμενη την ημέρα της 25ης Μαρτίου, θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια τότε που στο δημοτικό σχολείο, πέμπτη δημοτικού, με έβαλαν να απαγγέλλω πατριωτικά ποιήματα, «ο Διάκος κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ εγγόνια», «οι σουλιώτισσες δε ζούνε δίχως την ελευθεριά». Και θυμάμαι να έχω πάθος μεγάλο την ώρα που έλεγα αυτά τα ποιήματα. Και ήταν σαν να ήμουν μόνη μου, απέναντι στην ιστορία, κοιτάζοντας ψηλά τον ορίζοντα, κάποια θεότητα ίσως. Και μάλλον αυτή η θεότητα ήταν η Ελευθερία.


Σήμερα, εξήντα χρόνια αργότερα, σκέφτομαι τις επαναστάσεις που έγραψαν την ιστορία της ανθρωπότητας-και βέβαια συγκαταλέγω σ’ αυτές και τη δική μας την επανάσταση του 1821.

Η γαλλική επανάσταση, έφερε κοσμογονικές ανατροπές. Το ίδιο και η Οκτωβριανή επανάσταση. Ωστόσο, οι δύο αυτές επαναστάσεις στον ευρωπαϊκό και ευρασιατικό χώρο, είχαν μια σημαδιακή διαφορά σε σχέση με τη δική μας επανάσταση: ήταν επαναστάσεις ταξικές, επειδή ο κόσμος πεινούσε. 

Η δικιά μας επανάσταση ήταν για την Ελευθερία. Ήταν η επανάσταση που δημιούργησε ένα έθνος. Αυτός ο πόθος για ελευθερία, ήταν η κινητήρια δύναμη που κινητοποίησε τα ευρωπαϊκά έθνη να μας βοηθήσουν. Κι εδώ, θα πει κάποιος, ήταν και τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων που έπαιξαν ρόλο. Ναι, αναμφίβολα, έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Όμως η επανάσταση της μικρής Ελλάδας διεθνοποιήθηκε. Ήταν μια νίκη του ελληνικού πολιτισμού. Μια νίκη της γλώσσας μας, της ελληνικής. Είναι σίγουρο ότι η πένα του Λόρδου Μπάιρον, του Κάλβου αλλά κυρίως του Διονύσιου Σολωμού, επηρέασαν τις βουλές των ξένων δυνάμεων. Και βέβαια, οι Έλληνες διανοούμενοι που κατέφυγαν στις χώρες του εξωτερικού, όπως ο Ρήγας Φεραίος, και οι άλλοι πατριώτες.


Ταξιδεύω συχνά στους στίχους των μεγάλων εθνικών μας ποιητών και φτάνω στο συμπέρασμα ότι η  Ελευθερία ήταν η δύναμη που όπλισε τη γραφίδα τους, όπως όπλισε και το χέρι των επαναστατών με το τουφέκι.

Ο Διονύσιος Σολωμός μαζί με τον Μάντζαρο, μας χάρισε έναν από τους ωραιότερους  εθνικούς ύμνους του κόσμου.

Σε ένα προλογικό του σημείωμα για τον εθνικό μας ποιητή, ο Μίκης Θεοδωράκης αναφέρει: «Μπορεί να φανταστεί κανείς την ελληνική συνείδηση και την ελληνικότητα χωρία αυτά τα λόγια του Σολωμού για την Ελευθερία να είναι κτήμα όλων των Ελλήνων εδώ και τόσες γενιές; Όχι. Ο Σολωμός και ο Μάντζαρος έβαλαν την μεγάλη τους σφραγίδα στην έννοια και τη συνείδηση της ελληνικότητας. Η ποίηση και η μουσική, χέρι χέρι, στην πιο μεγάλη τους ώρα, ενέπνευσαν γενιές Ελλήνων να αγωνιστούν, τους έδειξαν και τους άνοιξαν τον δρόμο προς την Ελευθερία, όπως πάντοτε συμβαίνει. Και όπως ασφαλώς θα τον ανοίξουν και πάλι.»

Η Ελευθερία λοιπόν, στην ποίηση του Σολωμού, είναι μια γυναίκα. Μάλλον μια ιέρεια ή μια θεότητα. Ο Ύμνος προς την Ελευθερία αποτελείται από 158 στροφές. Και το ρεφρέν επαναλαμβάνεται: «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη/ των Ελλήνων τα ιερά,/ και σαν πρώτα ανδρειωμένη,/Χαίρε, ώ χαίρε, Ελευθεριά.»

Η Ελευθερία, προσωποποιείται στον Σολωμό. Και ο ποιητής περιγράφει τα πάθη της: «Μοναχή το δρόμο επήρες,/εξανάλθες μοναχή/ δεν είναι εύκολες οι θύραις,/ όταν η χρεία ταίς κουρταλεί.(στρ.10)


……. «Ταπεινότατη σου γέρνει/ η τρισάθλια κεφαλή,/ σαν φτωχού που θυροδέρνει,/ κι είναι βάρος του η ζωή». (στρ.14)

«Ναι. Αλλά τώρα αντιπαλεύει/ κάθε τέκνο σου με ορμή,/ που ακατάπαυστα γυρεύει/ ή τη νίκη, ή την θανή. (στρ. 15)

«Ακούω κούφια τα τουφέκια,/ ακούω σμίξιμο σπαθιών,/ ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,/ ακούω τρίξιμο δοντιών. (στρ.44)

(Τ’ ακούω κι εγώ μαζί του. Ακούστε τα, κλείστε τα μάτια κι ακούστε τους τρομερούς ήχους-στίχους).

….«Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν/ με πολλή ποδοβολή,/ κι άρματ’ άρματα ταράζουν;/ Επετάχτηκες Εσύ. (στρ.93)

Α! το φώς που σε στολίζει,/ σαν του ήλιου φεγγοβολή,/ και μακρόθεν σπινθηρίζει,/ δεν είναι, όχι, από την γή. (στρ.94)

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη/ χείλος, μέτωπο, οφθαλμός/ φώς το χέρι, φώς το πόδι,/ κι όλα γύρω σου είναι φως.»

Η Ελευθερία, η δύναμή της, θεϊκή και ακατάλυτη, νίκησε.

Κι εμείς οι άνθρωποι, οι μικροί και άμοιροι, λυτρωθήκαμε από το φως της.


«Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία»

Για την Ελευθερία και τη Δόξα, για την Ελλάδα και τους αγώνες της έγραψε και ο Ανδρέας Κάλβος στις Ωδές του. Με ύφος πυκνό, στιβαρό, λακωνικό.

Στη δέκατη Ωδή « Ο Ωκεανός»,  γράφει: «Έθλιψε την Ελλάδα/ νύκτα πολλών αιώνων,/ νύκτα μακράς δουλείας,/αισχύνη ανδρών ή θέλημα/ των αθανάτων. (στρ.ιγ΄)

«Η χώρα τότε εφαίνετο/ ναός ηρειπωμένος,/όπου οι ψαλμοί σιγάουσι/ και του κισσού τα ατρέμητα/ φύλλα εκοιμώντο» (στρ.ιδ΄)

«Σύ τότε, ώ λαμπροτάτη/ κόρη Διός, του κόσμου/ μόνη παρηγορία,/ την γήν μου συ ενθυμήθηκες,/ ώ Ελευθερία» (στρ.ιη΄)

«Ήλθ’ η θεά. Κατέβη/ εις τα παραθαλάσσια/ κλειτά της Χίου. Τας χείρας/ άπλωσ’ ορθή, και κλαίουσα/ λέγει τοιάδε» (στρ. ιθ΄)

«Ωκεανέ, πατέρα/ των χορών αθανάτων,/ άκουσον την φωνήν μου,/ και της ψυχής μου τέλεσον/ τον μέγαν πόθον» (στρ.κ΄)

«Ένδοξον θρόνον  είχον/ εις την Ελλάδα. Τύραννοι/ προ πολλού τον κρατούσι,/ σήμερον σύ βοήθησαν,/ δός μου τον θρόνον.» (στρ.κα΄)

Κι εμείς σήμερα, μικροί κι ανήμποροι κληρονόμοι μιας βαριάς ιστορίας, το ψιθυρίζουμε ακόμα μέσα μας: ΧΑΙΡΕ Ω ΧΑΙΡΕ ΛΕΥΤΕΡΙΑ


3/25/20

ΙΕΡΑ ΤΕΡΑΤΑ: Διονύσιος Σολωμός: «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»



«Είν’ έτοιμα ’ς την άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κ’ ελεύθεροι να μείνουν,
Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.»

Το βιβλίο έλαμπε. Όπως ένα πολύτιμο κόσμημα. Και τα μάτια του μικρού κοριτσιού είχαν ανοίξει διάπλατα. Πέμπτη δημοτικού, δέκα χρονών, ήξερε να διαβάζει έστω και κομπιάζοντας. Το σπίτι της γιαγιάς στην οδό Κομνηνών και λεωφ. Αλεξάνδρας. Η βιβλιοθήκη από ξύλο καρυδιάς, ξυλόγλυπτη. Δεν μπορούσε να φτάσει την κορυφή της το κοριτσάκι. Μπορούσε όμως να διαβάσει τις ράχες των βιβλίων στα τρία πρώτα ράφια.

Για εμένα

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1952. Σπούδασα Ιστορία - Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκα στο Υπουργείο Πολιτισμού ως αρχαιολόγος από το 1977 ως το 1983. Παράλληλα με την εργασία μου σπούδασα θέατρο στη Σχολή Ευγενίας Χατζήκου και συμμετείχα σε παραστάσεις ερασιτεχνικών θεατρικών θιάσων.

Από το 1984 εργάστηκα ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες ΑΥΓΗ, ΠΡΩΤΗ, Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Το 1985 παίρνω το πρώτο δημοσιογραφικό βραβείο «Παύλου Παλαιολόγου» για το καλύτερο γυναικείο κείμενο. Αργότερα συνεργάστηκα με τα περιοδικά ΠΑΝΘΕΟΝ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΗΛΕΡΑΜΑ, Mme Figaro, ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑ, στα οποία είχα την ευθύνη της αρχισυνταξίας και την επιμέλεια του ελεύθερου ρεπορτάζ. Συνεργάστηκα επίσης ως ρεπόρτερ με την τηλεόραση του ΑΝΤ1 και με ραδιοφωνικούς σταθμούς (ΤΟP FM, 9.84 κ.α.). Κατά τη δημοσιογραφική μου καριέρα, ασχολήθηκα με την ελεύθερη έρευνα, πολιτιστικά, κοινοβουλευτικό και πολιτικό ρεπορτάζ.

Εργάστηκα ως συντάκτης πολιτικού ρεπορτάζ, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων-(ΑΠΕ-ΜΠΕ). Έχω γράψει τα βιβλία «Ψάχνοντας για τη Μόνικα», «Η σκιά της άλλης» και «Μινώκερος», τα οποία εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ. Έχω κάνει πολλές επιμέλειες βιβλίων.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια ζω μόνιμα στη Σύρο και συνεργάστηκα με την εφημερίδα «Ο ΛΟΓΟΣ των Κυκλάδων».