1/05/26

Χειμώνας*


 


Τα ρούχα του καλοκαιριού

Κρεμασμένα στα σχοινιά

Παγώνουν.

Ο χειμώνας έρχεται.

Κρύωσε το σπίτι.

Κι όμως ήλιος έξω πολεμάει ακόμα

Θυμίζοντας τις παραλίες και τις θάλασσες.

Οι άνθρωποι ετοιμάζουν τα παλτά

 τα πανωφόρια

Τα χαλιά

τα στρωσίδια

τα παπλώματα.

 

 

Άστεγοι

Σπαρμένοι στα πεζοδρόμια της πόλης

Σε σκοτεινά σοκάκια αθέατοι

Χουχουλιάζουν τα παγωμένα δάχτυλα.

Τα μάτια τους βλέπουν

Ένα τζάκι και τη φωτιά να τρίζει

 την κουνιστή πολυθρόνα που πουλήθηκε, τον καναπέ

το διπλό κρεβάτι.

Με μάτια κόκκινα

 

Σωριασμένοι πάνω στα κουρέλια της ζωής τους

Που ρωτάει, μα πώς, γιατί

σε μένα;

 

Είναι κι αυτοί που ζούνε μόνοι

Στη γκαρσονιέρα στο ισόγειο.

Τους βλέπεις στο δημόσιο πλυντήριο

Να πλένουνε τα βάσανά τους.

 

Ένα παιδί πετάει τη μπάλα στον ακάλυπτο.

Ακόμα ο αέρας δεν έχει παγώσει.

Το αίμα του παιδιού είναι ζεστό και ζωντανό

Πετάει τη μπάλα και την πιάνει

Την πιάνει, την πετάει,

 η μπάλα φεύγει

Και χοροπηδάει και τρέχει

Προς ένα αβέβαιο μέλλον.

 

Ο  πόλεμος ακόμα είναι μακριά

Αλλά  τον κουβαλάμε  μέσα μας

Και τρέμουμε όπως τα πουλιά

Χωμένα μεσ’ στη χούφτα.

Έρχονται και φεύγουνε οι φόβοι μας

δαγκώνουνε τον ύπνο και το ξύπνημα

κι όλα είναι θολά

Σαν απόνερα.

 

 

Βρέχει.

Στο πλακόστρωτο κίτρινα φύλλα

Λιώνουν

όπως ένα δάκρυ στεγνό στο μάγουλο.

Ανάμεσα σε δυο αστραπές

Είδα ξαφνικά τη ματιά σου

Θυμός και σπαθί

Λύπη και κατάρα

Ευχή κι ελπίδα.

Το παιδί, εσύ,

Ξέχασες τη μπάλα

Ας πάει όπου θέλει.

Βρέχει.

Μέσα μυρίζει σπιτικό φαΐ.

Και χώνεσαι στην αγκαλιά της μάνας.

*Αλκμήνη Ψιλοπούλου. (Ανέκδοτο-Αθήνα 6/12/2024)

 

 

 

 

 


12/17/25

Δεκατρία επιγράμματα*

 *(Από την ποιητική συλλογή της Αλκμήνης Ψιλοπούλου «Ιδιαίτερη πατρίδα»  (Οι έφηβοι των Αθηνών)-εκδ. ΚΑΚΤΟΣ)




 1.

Για μια στιγμή

Η ευτυχία

Έρχεται

Αλλάζει όνομα και φεύγει.

 

2

Μέτρα

Ένας

Δύο

Τρεις

Τέσσερεις τοίχοι

Χαραγμένοι με μνήμες και θάνατο.

Μέτρα

Μια

Δυό

Τρεις

Τέσσερεις μέρες

Χαραγμένος ο χρόνος με μνήμες και θάνατο.

Γυμνός ο καιρός

Το κρεβάτι

Το παράθυρο με τις ελπίδες.

 

3

Υπομονή.

Στο παλιό μας σπίτι

Θα ξανασυναντηθούμε

Θα ιδούμε αγγέλους βαλσαμωμένους

Κάτι σημάδια

Από τα τσόκαρα της γιαγιάς

Ένα ξεροκόμματο

Παρατημένο στο παράθυρο.

Και τα πουλιά τα παραμύθια

Θα μας περιμένουν

στη γριά φωτιά στο τζάκι

Με τα σκελετωμένα χέρια.

 

4

Ρίζωσε κάπου στην αυλή ένας πλάτανος

Έθαψε τα παράθυρα

Έδιωξε τα παιδιά.

Παραπονεμένη η ζωή

Ψάχνει από πόρτα σε πόρτα

Από δεκάρα σε δεκάρα

Μια φωλιά για τον αλήτη

Μια  τρύπα για τον ωραίο φονιά

Ένα κλειδωμένο βιβλίο για τον έμπορο.

 

5

Ψάξε, ψάξε για το αύριο.

Ένας  ύπνος μουρμουρίζει παραμύθια

Μέσα στο σβησμένο τζάκι του πρόσφυγα.

Ψάξε, ψάξε για τον άνεμο.

Στα λιμάνια είναι μια γυναίκα

Που ταξιδεύει από άντρα σε άντρα.

 

6

Αν λες αλήθεια

Θαρθώ να ακουμπήσω τους αγκώνες στο παράθυρο

Να τραγουδήσω το φως.

Θα φτάσω μέχρι τις ρίζες των δέντρων

Για να καρφώσω εκεί τα χέρια σου

Για πάντα.

Σήμερα ακούμπησα τους αγκώνες στο παράθυρο

Έφτασα μέχρι τις ρίζες των δέντρων

Καρφώνοντας τα χέρια σου εκεί

Μνημείο για πάντα της αγάπης.

 

7

Και το ρολόι

Στεγνό

Μας προδίδει.

Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι

Είναι κι ο χρόνος που φεύγει

Στην αγωνία της νύχτας.

Αγρύπνια

Δίχως σύνορα

Δίχως αστέρι να μας οδηγήσει.

Δεν πειράζει

Μάθαμε και χωρίς  αστέρι.

 

 

 

8

Στο περιβόλι σου

Υπάρχει θέση για όλους

Για τους ανθρώπους

Για τα σκυλιά.

Σκύβεις στην καρδιά σου

Και τα βλέπεις όλα

Τους ανθρώπους

Τα σκυλιά.

Σκύβεις στην κραυγή σου

Πέφτεις μέσα

Και πνίγεσαι.

 

9

Ήρθες κοντά μου μια στιγμή

Και μετά πάλι πίσω

Δικοί σου είν’ όλοι αυτοί οι λυγμοί

Πώς να τους εμποδίσω.

Η νύχτα κομματιάζει τη στιγμή

Ρωγμές τα λόγια σου στον τοίχο

Τουφέκισα το αντίο

Για να γυρίσω

Στη γνώριμη σιωπή.

 

10

Ένα παιδί

Χτυπάει το τζάμι

Της μεγάλης γνώσης.

Ας μην ανοίξει θεέ μου

Τούτο το παράθυρο.

 

 

 

 

 

11

Αντίο στιγμή

Πόσο ήσουνα βιαστική

Σαν όραμα τρελή

Αντίο χαρά

Το πράσινο μαντήλι σου ανεμίζει

Κι εγώ

Ο ταγμένος σ’ αυτό τον κόσμο

Σε χαιρετώ.

 

 

 

 

12

Η γη μας μικρή

Και το μπόι του ανθρώπου σκαλισμένο στην πέτρα

Ακούγοντας για το χτες και κοιτώντας το

Γυρνώντας το βλέμμα στις ρυτίδες της γης.

Παραμύθια παλιά λέμε τώρα

Που τ’ ακούν οι γονείς μας και κλαίνε.

Ξεχασμένες γωνιές και σεντούκια της μνήμης

Λείψανα όλμων που κανείς δεν κοιτάζει.

Κι όμως για σκέψου

Πόσες κηλίδες άφησαν στον ουρανό

Αυτά τα παραμύθια.

 

 

 

13

Η νύχτα μας συμβούλεψε

Να ξεχάσουμε

Μα εμείς ξεχάσαμε τη λησμονιά.

Γαλήνη

Ωραία θεά

Σε χάσαμε

 

 


8/01/25

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ*

 


*(από την ποιητική συλλογή της Αλκμήνης Ψιλοπούλου"Η Τριγωνομετρία της θάλασσας"-εκδ. Ατρειδών Κύκλος)

Ο Αύγουστος στάθηκε ακίνητος

Και με κοίταξε με τρία σημάδια.

Το καθένα τους ήταν ένα μάτι από τον ουρανό.

Έπειτα είδα τη θλιμμένη ομορφιά του Σεπτέμβρη.

Το βιβλίο μιας εποχής τελείωσε.

Τώρα ανοίγω τις λευκές σελίδες

Αυτού που ακόμα δεν έχει ειπωθεί

Αλλά χαράζεται αργά στους κτύπους της καρδιάς.

Ένα ντόμινο γκρεμίζεται στο σύμπαν.

Η βροχή γλύφει τα δάκτυλά μας.

Η βροχή φουσκώνει τα υγρά στο σώμα μας

Το αίμα κυλάει πιο γρήγορα,

Κάτι ψάχνουμε μέσα στο φωτεινό γκρι

Ένα ίχνος από το πέλμα

Που θα ενωθεί με το βήμα μας

Όταν θα βγουν τα μανιτάρια.

 

 


7/20/25

Η εξουσία της πείνας*

 



*(από την "Ιδιαίτερη πατρίδα" της Αλκμήνης Ψιλοπούλου (εκδ. ΚΑΚΤΟΣ)

Ποδοσφαιρόφιλοι

Μπανιστιρτζήδες

Πουτάνες και χαμίνια

Είναι η αυριανή εξουσία, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Το αστυνομικό τμήμα δεν κατοικοεδρεύει πια δίπλα στο σπιτάκι μας.

Μέσα στην άσπρη μας περιβολή

Απαντάμε στα ουρλιαχτά του μικρομεσαίου τονίζοντας

Πως αυτός ο κόσμος δεν έγινε για μας

Ότι δεν μας τρομάζει τίποτα πια

Ότι τίποτα το θαυμαστό δεν πρόκειται να συμβεί.

Ότι βρισκόμαστε ήδη πολύ μακριά

Στη Νέα Πέργαμο ίσως ή στο Τιμπουκτού

-Θεός φυλάξει, λένε οι μανούλες μας το βράδυ.

Κι όμως. Ούτε δάκρυα ούτε παιδιά

Ούτε παράπονα κάτω από δέντρα.

Τα μπαράκια έγιναν γαλαρίες για τυφλοπόντικες.

Οι ταβέρνες κοιμήθηκαν μέσα στο ξινισμένο κρασί τους.

Περάσαμε όλοι μας στον Τροπικό του Καρκίνου.

Μετράμε φωνές

Κουράστηκαν τα χέρια μας να ψάχνουν

Λύσεις για τραυματίες.

Η πόλη

είναι μια μήτρα που συνεχώς αιμορραγεί.

-και ψιθυρίζει, δεν θέλω να ξαναγίνω έμβρυο.

 

 

Να πω «είναι εφιάλτης»

Και να ξυπνήσω

Μέσα στα μάτια των φίλων

Των αγαπημένων

Που θα με σκεπάζουν

Και θα τους έχουνε σκοτώσει.

 

Κι όμως

Κάτι μαχαιριές από τα λόγια τους

Παραμονεύουν ακόμη, σε κάθε γωνιά.

 

 


5/29/25

Τρία ποιήματα για τη Γάζα*




Από την νέα ποιητική συλλογή της Αλκμήνης Ψιλοπούλου "Ιδιαίτερη πατρίδα-Η επιστροφή (εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ) 


Ανάμεσα σε δύο κόσμους (Γάζα)

Οράματα

Εικόνες

Από τότε

Από τώρα

Τι θα θυμόμαστε

Τι θα μας λείπει

Πόσα και ποιους θα ξεχάσουμε

Χτίζοντας έναν τοίχο με μαύρα πετραδάκια

Και τα παιδιά, ώ τα παιδιά

Με πυρετικά μάτια, με χείλια που στάζουν αίμα γλυκό

Πώς μας κοιτάζουν

Γνωρίζοντας ότι

Τα ποθούμε για δικά μας

Και τα παιδιά, μόνο τα παιδιά

Τα πλάσματα των λίγων ημερών

Ο αφρός των ερώτων και των ετών

Που ποθήσαμε και δεν αγγίξαμε

Και δεν αξιωθήκαμε να τα κρατήσουμε αγκαλιά

Από φόβο

Από την τρεμούλα των καιρών που θάρχονται

Χωρίς να τα βλέπουμε

Μόνο κάποιες εικόνες στην τηλεόραση

Πόσα νεκρά, ένα ματωμένο κουρέλι

Γαζώνει τα όνειρά μας τις νύχτες

Τα παιδιά, ώ τα παιδιά

Κρατήστε τα μακριά

Μην αρρωστήσουν

Μη σκοτωθούν στα σφαγεία του κόσμου

Κι αν είναι, ας πάρουνε εμάς αντί γι αυτά

Τα βρέφη, τα μωρά, αχ ας ζήσουν!


 


Η εποχή των τεράτων

Το κορίτσι έχωσε στην τσέπη του

Το χρόνο.

Το κορίτσι δεν ήταν πια κορίτσι

Μα αυτό ο χρόνος

Δεν το γνώριζε.

Οι στιγμές στάλαζαν μέσα στο ποτήρι

Και γίνονταν κρύσταλλοι αμετάκλητοι

Ένα καλειδοσκόπιο της τύχης

Να δείχνει κάπου

Οπουδήποτε.

Η εποχή των τεράτων ξεκίνησε

Την άκουγε το κορίτσι κάθε βράδυ

Να σέρνεται με θόρυβο στη λεωφόρο

μια σειρήνα

Ξεραίνοντας τα φύλλα των δέντρων

Που αγρυπνούσαν.

Μέσα στη ρυτίδα γούβιασε το παιδί

Τρομαγμένο από τις αμαρτίες του κόσμου

Αγναντεύοντας με μάτια γάτας

Το σκοτάδι που έμελλε να γεννήσει

 η γη των ανθρώπων.

Και τότε, είδε το σημάδι.

Ένας παλιός φίλος στο μπαράκι της Διδότου

Της έδειξε το δρόμο

Τη διασταύρωση όπου είχε χαθεί

Το κορίτσι, πριν γίνει γυναίκα

Και η γυναίκα είδε

την Παριζιάνα να της γνέφει απ’ τα παλιά

με τα χείλια σαν αίμα και τα μαλλιά του οψιδιανού λυτά

στους αέρηδες των καιρών

Ζωντανεύοντας μνήμες και ωραία φαντάσματα.

Κι έπειτα έγειρε η Γέρμα η άσπορη στον ώμο της

Και χαμογέλασε. Και πια δεν πονούσε.

Γιατί το παιδί δεν θα γεννιόταν

Στην εποχή των τεράτων.

(Αθήνα 29/9/2024)



Αποκάλυψη

Το σώμα της ψυχής

Αυτό που αιωρείται

Ανάμεσα σε εκατομμύρια κύτταρα, νευροδιαβιβαστές

Ενεργειακά αερόστατα

Άστατα

Αυτή η ψυχή

Που πολλοί λεν πως δεν υπάρχει,

Το σώμα των αγγέλων που ονοματίζονται

Εκατοντάδες,

Αυτών που είναι πάνω στους αιθέρες

Κι εκείνων που πατούν εδώ

Στη γη

Με χνάρια των δακτύλων τους

Στο χώμα της βροχής

Και των άλλων που κατοικούν στα έγκατα

Με τα φυσερά τους ανάβοντας τις φωτιές των ηφαιστείων

Περιμένουν το σύνθημα.

Του Άη Γιώργη τη λόγχη που χρυσίζει στον ήλιο

Γεμάτη διαμάντια

Δάκρυα

Αιμάτινα χαράγματα

Αυτήν που ζωντανεύει στο φως του λύκου

Περιμένοντας

Με υπομονή

Ώρες

Μέρες

Χρόνια

Αιώνες

Να ξετρυπώσει το τέρας απ’ τη λόχμη του.

Και τότε η λόγχη

Θα ενωθεί με του Δία τους κεραυνούς

Και θα μαζευτούν στην αποκάλυψη οι άγγελοι

Οι ψυχές οι ανύπαρκτες σε κύκλο

Γύρω απ’ τον Άη Γιώργη

Να τον δουν

Ασπέροντα

Να χτυπάει το τέρας

Ανάμεσα στα μάτια

Ενώ το άσπρο του άλογο θα κυματίζει τις οπλές του στον αέρα.

Και τότε μια φωνή θα φτάσει στους αιθέρες

Η φωνή των παιδιών που δεν πρόλαβαν να δουν το φως

Και η βροντή του λόγου του φωτός που θα πει

Το τέρας σκοτώθηκε, η εποχή των τεράτων τελειώνει

Η ζωγραφιά της εκκλησιάς τ’ Άη Γιώργη

Ζωντανεύει.

Και το αίμα των αθώων

Θα σηκωθεί απ’ το κρεβάτι της ιστορίας
και θα μιλήσει.

(9/10/2024)


 




4/30/25

Του βυθού*


*(ποίημα από την νέα ποιητική συλλογή της Αλκμήνης Ψιλοπούλου "Ιδιαίτερη πατρίδα"-εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ)

Η Σύρος. Η δεύτερη πατρίδα μου. Έζησα σ΄ αυτό το  νησάκι του Αιγαίου δέκα ολόκληρα χρόνια. Χρόνια όμορφα, δημιουργικά, ευτυχισμένη ανάμεσα σε ανθρώπους καλούς, ευγενικούς, φιλόξενους. Και κάποια στιγμή, ο κύκλος έκλεισε. Και έφυγα για να γυρίσω στην Ιδιαίτερη Πατρίδα μου. Στα Εξάρχεια, στην πρωτεύουσα.

Και ιδού, η μετοίκηση αυτή, γέννησε το βιβλίο με την νέα ποιητική μου συλλογή, με τίτλο "Ιδιαίτερη Πατρίδα" (εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ).


Όμως, ποτέ δεν  ξέχασα την Σύρο. Και πάντα είχα στο μυαλό μου να ξαναγυρίσω, έστω και για λίγο, να γευτώ ξανά την θαλασσινή αρμύρα, την αύρα που ποτέ δεν κοιμάται, τα ηλιοβασιλέματα και την πανσέληνο που φώτιζαν τη ζωή μου.

Και ήρθε η ώρα να επιστρέψω, αγκαλιά με το βιβλίο μου, για να το συστήσω στους αγαπημένους μου συριανούς και να επιβεβαιώσω πως δεν τους έχω ξεχάσει.

Το ποίημα που ακολουθεί από το βιβλίο μου, είναι αφιερωμένο σ' αυτή τη δεύτερη πατρίδα μου, και θα το παρουσιάσω στις 7/5/2025, στις 7μμ. στο Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Κυκλάδων. Σας περιμένω όλους εκεί. Η παρουσία σας θα με τιμήσει.

 


Του βυθού

Προχθές περπάτησα στον ασημένιο δρόμο της Σελήνης

Γυμνή, ανάλαφρη, φωσφορίζουσα

Ανασαίνοντας τον παφλασμό του κύματος.

Διάφανη, μιά μέδουσα που πλέει

Στα σκοτάδια του βυθού, στις αποικίες της γέλης

Μάτια από νερό κι αλάτι καμωμένα.

Έμβρυα μέσα στη μεγάλη μήτρα που μας γέννησε

Χωρίς σκέψεις, χωρίς σώματα πετώντας, 

Ένα αερόστατο

ακροβατώντας στα υγρά χείλη της νύχτας

Κι έπειτα

αποκοιμηθήκαμε μέσα στο αιώνιο σύμπαν.

Τίποτα, 

κανένας ήχος να μας ξυπνήσει.

Ο μικρός αφρός αφουγκράζεται πίσω

από τον ήχο της σιωπής

το μεγάλο φλουρί που φέγγει στο στερέωμα.

Κι έπειτα

αποκοιμηθήκαμε μέσα σ' ένα όνειρο υγρό, σκοτεινό,

Του βυθού.

Τα βράχια μας πλησίαζαν κι έπειτα αποτραβιόνταν πίσω

από χαίτες ξέπλεκες, παλλόμενες, μαύρες θαλασσινών αλόγων.

Κέλητες, επιβήτορες, ψάρια διάφανα, σκιές, 

φαντάσματα ήχων να τριγυρνούν γύρω μας.

Θαλάσσιες χελώνες μέσα στην ομίχλη πετώντας προς ένα νησάκι

αδιάφορες

πετώντας προς έναν τόπο προς έναν σκοπό

που μόνο αυτές γνωρίζουν. Τον βυθό.




4/08/25

Το μαγικό παιχνίδι της ποίησης

 



Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

Τι είναι λοιπόν η ποίηση; Αναρωτιούνται πολλοί. Τι θέλει να πει ο ποιητής; Λένε ειρωνικά όταν δεν καταλαβαίνουν κάτι. Και οι ποιητές οι ίδιοι, ακόμα και μεγάλοι, τεράστιοι, ιερά τέρατα, λοιδωρήθηκαν ανά τους αιώνες. Ότι είναι τεμπέληδες, ότι αερολογούν, ότι παραλογίζονται, ότι είναι «ποιητές του Σαββατοκύριακου» (όπως είπαν για τον Ελύτη), ότι είναι ασυνάρτητοι (για τους σουρεαλιστές) κλπ. κλπ.

Επανερχόμαστε λοιπόν στο πρώτο κρίσιμο ερώτημα. Τι είναι η ποίηση. Κατά την άποψή μου, είναι μια ουρανοκατέβατη σκέψη, ιδέα, λέξη, σχεδόν μεταφυσική, όταν κάποιοι άνθρωποι βγαίνουν έξω από την τρέχουσα πραγματικότητα και πηγαίνουν σε μια σφαίρα όπου υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα-στη σφαίρα του νου, που φτιάχνει μια δικιά του διαφορετική πραγματικότητα.

Έχουν δίκιο όσοι λένε ότι οι ποιητές αεροβατούν, ότι είναι αιθεροβάμονες…όμως στην πραγματικότητα, εργάζονται. Γιατί εισέρχονται σε έναν άλλο κόσμο που υπάρχει μέσα στον κόσμο μας.Είναι «η σφαίρα του αοράτου» όπως έχει πει εύστοχα ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Ωστόσο η ποίηση μπορεί να είναι κάτι πολύ πιο απλό: Ένα μαγικό παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που αναπαράγει με λέξεις την αθωότητα, την απλότητα και την ομορφιά του κόσμου ενός παιδιού. Του παιδιού που δεν καταλαβαίνουμε, γιατί ζει στον δικό του μαγικό κόσμο.

Έτσι λοιπόν, όσοι διαβάζουν ποίηση, θα πρέπει να σταματήσουν να προσπαθούν να εξηγήσουν «τι θέλει να πει ο ποιητής». Ο ποιητής δεν θέλει να πει τίποτα που να έχει σχέση με τη λογική σκέψη ή με την πραγματικότητα. Απλά, ο αναγνώστης της ποίησης πρέπει να αφήσει το ποίημα να μπει μέσα του, διαβάζοντάς το, ακούγοντας το ρυθμό και τη μουσική του, βλέποντας με τα μάτια του νου τις εικόνες που σχηματίζουν οι λέξεις και οι φράσεις και να αφεθεί στη μαγεία του. Να νιώσει με τις αισθήσεις του το ποίημα.


Αυτές τις σκέψεις έκανα μετά την παρουσίαση του νέου μου βιβλίου ποίησης, «Ιδιαίτερη Πατρίδα» (εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ). Ήταν για μένα μια μαγική βραδιά, γεμάτη ζεστασιά μαζί με φίλους παλιούς, φίλους καινούργιους, και ανθρώπους αγαπημένους που ήρθαν και άκουσαν και βιώσαν μαζί μου την μέθη του δημιουργού.


Και τώρα, σκέφτηκα να παίξουμε το μαγικό παιχνίδι της ποίησης. Καθένας από όσους συμμετείχαν σε εκείνη τη βραδιά, ας διαλέξει ένα ποίημα από την «Ιδιαίτερη Πατρίδα», και ας πει γιατί το διάλεξε και τι συναίσθημα του δημιουργεί. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα βγει από αυτό το πείραμα. Δεν νομίζετε;

(στείλτε τον τίτλο του ποιήματος που επιλέξατε μαζί με το γιατί το διαλέξατε και τα συναισθήματα που σας δημιουργεί. Το αποτέλεσμα θα δημοσιευτεί στο blog ieraterata.blogspot.com. Σας ευχαριστώ πολύ)









 


Για εμένα

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1952. Σπούδασα Ιστορία - Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκα στο Υπουργείο Πολιτισμού ως αρχαιολόγος από το 1977 ως το 1983. Παράλληλα με την εργασία μου σπούδασα θέατρο στη Σχολή Ευγενίας Χατζήκου και συμμετείχα σε παραστάσεις ερασιτεχνικών θεατρικών θιάσων.

Από το 1984 εργάστηκα ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες ΑΥΓΗ, ΠΡΩΤΗ, Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Το 1985 παίρνω το πρώτο δημοσιογραφικό βραβείο «Παύλου Παλαιολόγου» για το καλύτερο γυναικείο κείμενο. Αργότερα συνεργάστηκα με τα περιοδικά ΠΑΝΘΕΟΝ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΗΛΕΡΑΜΑ, Mme Figaro, ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑ, στα οποία είχα την ευθύνη της αρχισυνταξίας και την επιμέλεια του ελεύθερου ρεπορτάζ. Συνεργάστηκα επίσης ως ρεπόρτερ με την τηλεόραση του ΑΝΤ1 και με ραδιοφωνικούς σταθμούς (ΤΟP FM, 9.84 κ.α.). Κατά τη δημοσιογραφική μου καριέρα, ασχολήθηκα με την ελεύθερη έρευνα, πολιτιστικά, κοινοβουλευτικό και πολιτικό ρεπορτάζ.

Εργάστηκα ως συντάκτης πολιτικού ρεπορτάζ, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων-(ΑΠΕ-ΜΠΕ). Έχω γράψει τα βιβλία «Ψάχνοντας για τη Μόνικα», «Η σκιά της άλλης» και «Μινώκερος», τα οποία εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ. Έχω κάνει πολλές επιμέλειες βιβλίων.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια ζω μόνιμα στη Σύρο και συνεργάστηκα με την εφημερίδα «Ο ΛΟΓΟΣ των Κυκλάδων».