4/02/26

Οι παλαιολιθικές Αφροδίτες και ο Τζεφ Κούνς


Από την Αλκμήνη Ψιλοπούλου

Αφροδίτη του De Brasse 25.000 ετών


Πάμε στην έκθεση του Τζεφ Κούνς; μου λέει μια μέρα ένας φίλος. Πάμε, του λέω. Αλλά δεν έχω ιδέα, ποιος είναι ο Τζεφ Κούνς. Είναι ένας διεθνώς αναγνωρισμένος σύγχρονος γλύπτης που θεωρείται σπουδαίος, μου λέει. Εντάξει.

Ένα μεγάλο πανό κρεμασμένο στον εξωτερικό τοίχο του Μουσείου, αναγγέλλει την έκθεση. «Jeff Koons Η "Αφροδίτη" του Lespugue» 2026. Μαθαίνουμε ότι το έργο του καλλιτέχνη ονομάζεται Balloon Venus Lespugue (Orange).

Μπαίνουμε στο Μουσείο. Στο ισόγειο, ο κύριος στο γκισέ, μας εξηγεί. Πρώτα θα μπείτε σε αυτή την αίθουσα, εδώ απέναντι δεξιά. Έπειτα θα συνεχίσετε σε αυτή την αίθουσα αριστερά. Εντάξει. Ο φίλος μου έχει μπει ήδη στην πρώτη αίθουσα που αντί για πόρτα έχει μια μαύρη κουρτίνα. Μπαίνω κι εγώ. Μια αίθουσα μέσα στο σκοτάδι, εδώ κι εκεί αχνοφέγγει μια αμυδρή ακτίνα φωτός πάνω σε κάποια μικροσκοπικά αντικείμενα. Ακούγεται ένας ήχος σαν σταγόνες που πέφτουν από ψηλά. Τρομάζω. Με πιάνει κλειστοφοβία και βγαίνω γρήγορα έξω. Πηγαίνω στο διπλανό δωμάτιο, όπου βρίσκομαι μπροστά σε ένα γιγαντιαίο γλυπτό, φτιαγμένο από πορτοκαλί ακτινοβόλες σφαίρες. Μπροστά του είμαι ένα μυρμήγκι. Δεν καταλαβαίνω και πολλά. Βγαίνω κι από αυτή την αίθουσα και είμαι έτοιμη να φύγω. Τότε βλέπω τον φίλο να βγαίνει από το σκοτεινό δωμάτιο και να μου λέει, το είδες αυτό εδώ μέσα; Όχι, του λέω με έπιασε κλειστοφοβία και βγήκα. Έλα μέσα να δεις, μου λέει. Ξαναμπαίνω, από περιέργεια. Κοίταξε εδώ, μου λέει και μου δείχνει κάτι ταμπέλες δίπλα από μια σκοτεινή βιτρίνα.

Αφροδίτη του Hohlefels 35.000-40.000 ετών


Και βρίσκομαι μπροστά στις παλαιολιθικές Αφροδίτες. Μικροσκοπικά ειδώλια με την αφαιρετική μορφή γυναικών. Και διαβάζω. 35.000 χρόνια  πριν από τώρα. 25.000-20.000 χρόνια πριν. 14.000 χρόνια πριν.

Μένω άναυδη.  Γνώριζα βέβαια για τα κυκλαδικά ειδώλια που έχουν βρεθεί στη χώρα μου, τα παλαιότερα των οποίων χρονολογούνται στην αρχαιότερη νεολιθική εποχή, από το 6.500 π. Χ. , φτιαγμένα από πηλό ή πέτρα. Αλλά δεν είχα ιδέα ότι υπήρχαν παλαιότερα. Είναι δυνατόν; 35.000 χρόνια πριν;

Και τότε καταλαβαίνω. Βρίσκομαι μέσα σε μια παλαιολιθική σπηλιά. Κάποιες σπίθες από φωτιά φωτίζουν αμυδρά τα ειδώλια. Από την οροφή της σπηλιάς πέφτουν σταγόνες από νερό. Βλέπω τον παλαιολιθικό άνθρωπο που, μόλις χόρτασε την πείνα του, κοίταξε γύρω του, αισθάνθηκε την ανάγκη να πάρει ένα εργαλείο, μια κοφτερή πέτρα, και να χαράξει σε ένα κόκκαλο από μαμούθ το οποίο είχε κυνηγήσει και σκοτώσει, μια μορφή γυναίκας. Και σκάλισε τη ζωή.

Η σπηλιά είναι η μήτρα. Είναι η αρχή της ζωής. Όπως και η γυναίκα. Η παλαιολιθική Αφροδίτη.

Από αυτές τις σπηλιές που ήταν διάσπαρτες σε διάφορα μέρη της γης, ξεκίνησε η πορεία του ανθρώπου πάνω στη γη.

Είναι εντυπωσιακό πώς ο άνθρωπος 40.000 χρόνια πριν, είχε ήδη έναν πολιτισμό, με αντικείμενα φτιαγμένα με παρόμοιο τρόπο σε διαφορετικές  περιοχές της γης.

Σήμερα μετά από 35.000 χρόνια τις βλέπουμε σε μιαν υπέρβαση του χρόνου και του τόπου, εδώ στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.

Αφροδίτη του Lespugue-Γαλλία Πυρηναία 25.000 ετών (ρέπλικα)


Οι Παλαιολιθικές «Αφροδίτες», μικρά ειδώλια που χρονολογούνται στην Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο (περίπου 30.000-20.000 χρόνια πριν)  συγκαταλέγονται στα αρχαιότερα έργα γλυπτικής της ανθρωπότητας. Απεικονίζουν γυναικείες μορφές με έντονα τονισμένα τα χαρακτηριστικά της γονιμότητας (στήθος, κοιλιά, γοφοί), ενώ τα άκρα (χέρια, πόδια) και τα χαρακτηριστικά του προσώπου είναι συχνά ασαφή ή απόντα. Είναι μικρά σε μέγεθος, γεγονός που υποδηλώνει ότι ήταν φορητά αντικείμενα. Κατασκευάζονταν από πέτρα, ελεφαντόδοντο, κόκκαλο ή πηλό.

Το ταξίδι μας στην έκθεση του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, μέσα στο δωμάτιο-σπηλιά, αρχίζει με την «Αφροδίτη του Lespugue», που ανακαλύφθηκε στο σπήλαιο Rideaux στη νότια Γαλλία και είναι σκαλισμένη σε χαυλιόδοντα μαμούθ. Η διογκωμένη κοιλιακή χώρα, οι έντονοι γοφοί και το στήθος της αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία μιας μορφής που δίνει έμφαση στη γονιμότητα και τη ζωτική δύναμη του σώματος.

Ακολουθούν οι «Αφροδίτες του Grimaldi», που προέρχονται από τα σπήλαια Balzi Rossi κοντά στα γαλλοϊταλικά σύνορα και παρουσιάζουν μια διαφορετική, πιο επιμήκη απόδοση της γυναικείας μορφής.

Αφροδίτη του Vestonick Μολδαβία 25.000 ετών


Από την Ιταλία προέρχεται η «Αφροδίτη του Savignano», ένα γλυπτό από λίθο με έντονα αφαιρετική μορφή, ενώ από την κεντρική Ευρώπη η έκθεση περιλαμβάνει την «Αφροδίτη του Dolní Věstonice» από την Εσθονία, ένα από τα αρχαιότερα γνωστά κεραμικά γλυπτά στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Η πορεία συνεχίζεται με την περίφημη «Αφροδίτη του Willendorf» από την Αυστρία, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της παλαιολιθικής τέχνης, καθώς και με τις δύο «Αφροδίτες της Parabita» από τη νότια Ιταλία.

Αφροδίτη Moravianska 22.000 ετών


Παρά τις μεγάλες αποστάσεις που χωρίζουν τους τόπους εύρεσής τους, τα ειδώλια αυτά μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά: μικρό μέγεθος, έντονη έμφαση στα αναπαραγωγικά χαρακτηριστικά του σώματος και υψηλό βαθμό αφαίρεσης στην απόδοση του προσώπου και των άκρων. Οι ηλικίες τους ξεκινούν από 35.000 χρόνια μέχρι 10.000 χρόνια πριν.



Η Αφροδίτη του Jeff Koons 6 ετών


Η «Αφροδίτη» του Jeff Koons με το όνομα   «Balloon Venus Lespugue (Orange), (2013-2019) είναι το γιγαντιαίο γλυπτό ύψους 2,5 μέτρων, που αντικρύσαμε στην αίθουσα δίπλα στη «σπηλιά». Εμπνευσμένο από την Αφροδίτη του Lespugue (28.000 ετών), μεταφέρει το μικροσκοπικό παλαιολιθικό ειδώλιο σε ένα μνημειακό γλυπτό, φτιαγμένο από μεγάλες σφαίρες ανοξείδωτου ανακλαστικού χάλυβα που διαμορφώνουν ένα τεράστιο γυναικείο σώμα, με τις καμπύλες της γονιμότητας, ενώ το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο αντανακλά οτιδήποτε υπάρχει γύρω του.

Το γλυπτό παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό και ανήκει στη Συλλογή Homem Sonnabend των Antonio Homem Sonnabend και Phokion Potamianos Homem.

Οι δέκα παλαιολιθικές Αφροδίτες που αποτελούν την πηγή της έμπνευσης του καλλιτέχνη, είναι πιστοποιημένα αντίγραφα των πρωτοτύπων που φυλάσσονται σε μεγάλα ευρωπαϊκά Μουσεία.

Η έκθεση αποτελεί έναν ταξίδι μέσα στο χρόνο της γυναικείας μορφής από την Παλαιολιθική περίοδο έως σήμερα, που εκτείνεται σε περισσότερα από 40.000 χρόνια ανθρώπινης δημιουργίας.

Ο Τζέφ Κούνς παίρνει ένα αντικείμενο μερικών εκατοστών και το κάνει κολοσσιαίο και απαστράπτον. Στην κοσμική κλίμακα, και για τα μάτια των παιδιών της Αφροδίτης, είναι σαν να ξεκινάς από έναν πλανήτη και να πηγαίνεις στο δέος ενός γαλαξία.

 Και όπως λέει ο ίδιος «οι «Αφροδίτες» αυτές συγκροτούν ένα είδος αστερισμού—ένα σύνολο από σφαίρες που συνδέονται σε ένα κοινό επίπεδο» . (συνέντευξη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ)

 

 

 

 

 



3/25/26

Ο Διονύσιος Σολωμός και η φαντασιακή Ελλάδα.

 



Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

Το Μεσολόγγι- Η γλώσσα- Αποσπάσματα από την εισαγωγή του Κωστή Παλαμά στα «Άπαντα» Διονυσίου Σολωμού*

«Κλείσε μέσα ‘ς την ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθής μέσα σου να λαχταρίζη κάθε είδος μεγαλείου». Ο ποιητής… μήτε που ξεχωρίζει την εθνικήν ιδέα από την ιδέα τη γλωσσική. Δεν έχω τίποτε άλλο ς’ το νου μου, λέγει ο ποιητής, «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα».*

Καθώς ανοίγω για χιλιοστή φορά το βιβλίο της ζωής μου, με έντονα τα ίχνη του χρόνου στο σώμα του, το φθαρμένο δερματόδετο εξώφυλλο, που αντέχει ακόμη παρόλα αυτά, τις σκισμένες και ξανακολλημένες σελίδες, την υπογραφή της γιαγιάς μου «Αλκμήνη Ν. Αντωνοπούλου», και της θείας μου «Μυρτώ Αντωνοπούλου 1947», αντικρύζω τον λατρεμένο μας Διονύσιο Σολωμό. Χώνομαι μέσα στο νοητό του σώμα το χάρτινο, το γεμάτο φως και πνεύμα, μεταφυσικό σχεδόν… και συλλογίζομαι πώς, τότε, που έγραφε τον «Ύμνο στην Ελευθερία» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», έβλεπε την ιδιαίτερη πατρίδα του, μια φαντασιακή Ελλάδα, μέσα από τον ρομαντισμό του ιταλικού αναγεννησιακού πολιτισμού όπου πέρασε ένα μεγάλο μέρος της νιότης του πριν τον επαναπατρισμό του.

Και διαβάζω μια στροφή από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» για πολλοστή φορά, που πάντα με κάνουν να τρέμω από συγκίνηση:

«Το χάραμα επήρα

Του ήλιου το δρόμο

Κρεμώντας τη λύρα

Τη δίκαιη στον ώμο,

Κι απ’ όπου χαράζει

Ως όπου βυθά,

Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι» (σχεδίασμα Α΄)

Και προσπαθώ να τον φανταστώ σήμερα, τι θα έβλεπε, πώς θα ένιωθε, τι θα σκεφτόταν. Αλλά και πώς θα έγραφε. Στη σημερινή Ελλάδα, την άγλωσση, κακομαθημένη, βολεμένη με τη φτήνια και την υποκουλτούρα. Την χορτασμένη από υλικά αγαθά, όπου η διαφθορά ανθεί, την τόσο πεινασμένη στην ψυχή και στο πνεύμα, την τόσο στερημένη από λαχτάρα μεγαλείου.

Βρισκόμαστε μέσα στο απλωμένο δίχτυ του διαδικτύου.  Μέσα στις κόγχες και τις λακκούβες του. Μέσα στη σπηλιά μας. Πού και πού, βγαίνουμε από τη σπηλιά, βλέπουμε με τα τηλεοπτικά μας μάτια ένα άλλο Μισολόγγι, εκεί στη Γάζα. Μα είναι τόσο μακριά! Αχ, ας ήταν στην απέναντι ακτή, όπως το Μισολόγγι του Σολωμού! Βλέπουμε κάπως πιο κοντά τα Τέμπη, το μακελειό, το εθνικό έγκλημα,  το κουκούλωμα και τον ενταφιασμό των νεκρών κάτω από σωρούς μπάζα, κι ακούμε τους γονείς. Και δακρύζουμε.

Μα ο Σολωμός δεν εδάκρυζε μόνον. Ήταν εκεί με ολόκληρο το σώμα του. Και άκουγε, και φαντασιωνόταν την Ελλάδα του μεγαλείου, εκείνην που εμείς απωλέσαμε.


… «Το Μισολόγγι! Του ηρωϊκού αποκλεισμού του η αγωνία αντιχτυπάει ‘ς το λαό της Ζακύνθου. Οι αντίλαλοι των κανονιών, από τα Μεσολογγίτικα ρήχη, ως εκεί φτάνουν. Από τα γυναικόπαιδα των Μισολογγιτών, «θλιμμέν’ απομεινάρια της φυγής και του χαμού», γεμάτοι οι δρόμοι και τα καντούνια της χώρας. Ο ποιητής σε μια πεζογραφική σελίδα του, περισωσμένη απάντεχα, εμπνέει και ‘ς εμάς τη συγκίνηση που του γεννούσανε τότε τα πρόσωπα και τα τριγυρίσματα εκείνα. Σε μια εξοχή της Ζακύνθου, προς το μεσημέρι, με το άκουσμα των κανονιών, ο ποιητής πρόβαλεν από το σπίτι του και ‘ς ένα λόφο ανέβηκε, και τα χέρια ύψωσε και δυνατά φώναξε: ‘Βάστα καημένο Μισολόγγι, βάστα!’. Κι έκλαιγε. Κι ένα βράδυ αστρόφεγγο, ς’ τη ρίζα μιας ελιάς καθισμένος, έκοβε την πολύωρη σιωπή του για να ειπεί του δούλου του: ‘Τι να γίνωντ’ εκεί κάτου τώρα τ’ αδέρφια μας;’. Και ο δούλος τον είδε και τότε να δακρύζει. Κι άλλη μια φορά ο αφέντης του έδωκε το φαγί του να το μοιράσει ς’ τους χωριάτες, λέγοντας: ‘Την ώρα τούτη πόσοι πεινάνε ς’ το Μισολόγγι! Δε θέλω περιστέρια!’. Κι έφαγε ψωμί κι εληές.»*

Εμείς ξεχνάμε γρήγορα. Είμαστε παγιδευμένοι μέσα στον ιστό του διαδικτύου. Είναι πλασματικός ο κόσμος μας, χαμένες οι πέντε αισθήσεις μας. Ναι, συμπονάμε. Ναι, δακρύζουμε. Όμως δεν μπορούμε να νιώσουμε βαθιά, να κάνουμε τη συγκίνησή μας ποίημα, έργο,  δημιουργία. Είναι γιατί μας έχουν αφαιρέσει το αίμα της ψυχής μας, το συναίσθημα, την ενσυναίσθηση, την ταραχή, το θυμό για το άδικο, την απόγνωση, την πράξη!

«Τι να γίνοντ’ εκεί κάτω τ’ αδέρφια μας;». Κι έπειτα ανοίγουμε το χαζοκούτι, αδιάφοροι, νεκροί, νεκροζώντανοι, συμπάσχοντες στους καναπέδες μας εκ του μακρόθεν, απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, λέμε, στις γιορτές τρώμε και πίνουμε, πετάμε χαρταετούς, γλεντάμε, περνάμε καλά, κοιμόμαστε. Χωρίς όνειρα. Μια ζωή χωρίς όνειρα.

*Αποσπάσματα από την εισαγωγή του Κωστή Παλαμά στο βιβλίο «Άπαντα Διονυσίου Σολωμού» (Βιβλιοθήκη Μαρασλή-ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ-ΤΥΠΟΙΣ Π.Δ.ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ-ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΚΑΡΟΛΟΥ ΜΠΕΚ- 1901)

  


3/21/26

Είναι μια θαλπωρή

 



(ανέκδοτο ποίημα της Αλκμήνης Ψιλοπούλου για την Παγκόσμια Ημέρα Πόιησης)

Είναι μια θαλπωρή που αναβλύζει

Μέσα από τους ήχους των ματιών σου

Μέσα από μυστικούς ψιθύρους

Που μουρμουρίζουν

Στο εσώτερο σύμπαν σου

Στο σώμα σου

Όπου αγκαλιά κοιμούνται τα μωρά

Τα τέσσερά σου χρόνια.

 

Είναι μια θαλπωρή

Τη μέρα της βροχής

Όταν ο ουρανός δακρύζει αίμα

που κυλάει απ’ τα μωρά

Τα τέσσερά σου χρόνια.

Και ο χρόνος, οι στιγμές

Οι αιώνες, η ιστορία

Το κάποτε, το τότε και

Το αύριο που εγκυμονούν οι μέλλουσες γενιές…

Τώρα

Αγκάλιασε τα φύλλα κίτρινα, κρόκους που γλυκά

Σκεπάζουνε το χώμα

Σημαδεμένο από πέλματα μωρών, παιδιών, εφήβων

Και γερόντων.

 

Είναι μια θαλπωρή

Το φθινόπωρο της ψυχής σου

Καθώς όμορφα γέρνεις

Και γερνάς μαζί μου.

(«Τα ασήμαντα» 24/10/2025)


3/07/26

Ο χαρταετός

 


Αφιερωμένο στις γυναίκες του Ιράν

(Οδυσσέα Ελύτη από την «Μαρία Νεφέλη»)

Η Μαρία Νεφέλη

Και όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν

Έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα

Τιμωρημένη

Ώρες και ώρες.

Ένιωθα το δωμάτιό μου ανέβαινε

Δεν ονειρευόμουν-ανέβαινε

Φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω

Κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»

Όλο δέντρα που έφευγαν βουνά που αλλάζαν όψη

Χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

Σαν εφηβαία-φοβόμουνα και μου άρεσε

Ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

Να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…

 

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσαν λοξά

Και μου χαμογελούσανε.

Κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»

Φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα

Δεν ήταν σαν τους «κάτω»

Είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια.

Μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

Και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι «Η Αννέτα με τα σάνταλα».




Ο αντιφωνητής

Κι η καρδιά μου αντίκρυ στα γυμνά βουνά

Ντούκου-ντούκου αντηχούσε καθώς μπενζινοκάϊκο.

Ήτανε στον καιρό του Φύλλου του Γυαλιστερού

Όπου βασίλευαν ο Σάθης κι η Μηριόνη.

Τις νύχτες είχα νόημα-το ’ δινα σ’ όλα τ’ αηδόνια

Κι ήταν ο ύπνος ο γλυκός γιομάτος μισοφέγγαρα

Ρυάκια σε ντό μείζονα για βιόλα ντ’ αμόρε.

Ήτανε μαργαρίτες που τις έτρωγες

Κι άλλες που ανάβανε μες στο σκοτάδι σαν βεγγαλικά.

Μουγκρίζανε οι αφάνες κι έκαναν τον έρωτα.

Κάτω απ΄τα πόδια σου περνούσανε άστρα

Σαν κοπάδια ψαριών και το μπουγάζι

Μπλε βαθύ προχωρούσε στα σπλάχνα σου-

Τι ωραία που ήταν!

 

Οι άγγελοι με πειράζανε. Πολλές φορές

Συναγμένοι γύρω μου ρωτούσανε:

«τι εστίν πόνος;» και «τι νόσος;» και διόλου δεν ήξερα.

Δεν ήξερα δεν είχα καν ποτέ μου ακούσει για

Το Δέντρο από όπου μπήκε ο θάνατος στον κόσμο.

Λοιπόν; Ήταν αλήθεια ο θάνατος; Όχι αυτός-ο άλλος

Που θάρθει με το πρώτο κλάμα του νεογέννητου;

Ήταν αλήθεια το άδικο; Η μανία των εθνών; Και ο μόχθος νύχτα-μέρα;

 

 

 

 


1/05/26

Χειμώνας*


 


Τα ρούχα του καλοκαιριού

Κρεμασμένα στα σχοινιά

Παγώνουν.

Ο χειμώνας έρχεται.

Κρύωσε το σπίτι.

Κι όμως ήλιος έξω πολεμάει ακόμα

Θυμίζοντας τις παραλίες και τις θάλασσες.

Οι άνθρωποι ετοιμάζουν τα παλτά

 τα πανωφόρια

Τα χαλιά

τα στρωσίδια

τα παπλώματα.

 

 

Άστεγοι

Σπαρμένοι στα πεζοδρόμια της πόλης

Σε σκοτεινά σοκάκια αθέατοι

Χουχουλιάζουν τα παγωμένα δάχτυλα.

Τα μάτια τους βλέπουν

Ένα τζάκι και τη φωτιά να τρίζει

 την κουνιστή πολυθρόνα που πουλήθηκε, τον καναπέ

το διπλό κρεβάτι.

Με μάτια κόκκινα

 

Σωριασμένοι πάνω στα κουρέλια της ζωής τους

Που ρωτάει, μα πώς, γιατί

σε μένα;

 

Είναι κι αυτοί που ζούνε μόνοι

Στη γκαρσονιέρα στο ισόγειο.

Τους βλέπεις στο δημόσιο πλυντήριο

Να πλένουνε τα βάσανά τους.

 

Ένα παιδί πετάει τη μπάλα στον ακάλυπτο.

Ακόμα ο αέρας δεν έχει παγώσει.

Το αίμα του παιδιού είναι ζεστό και ζωντανό

Πετάει τη μπάλα και την πιάνει

Την πιάνει, την πετάει,

 η μπάλα φεύγει

Και χοροπηδάει και τρέχει

Προς ένα αβέβαιο μέλλον.

 

Ο  πόλεμος ακόμα είναι μακριά

Αλλά  τον κουβαλάμε  μέσα μας

Και τρέμουμε όπως τα πουλιά

Χωμένα μεσ’ στη χούφτα.

Έρχονται και φεύγουνε οι φόβοι μας

δαγκώνουνε τον ύπνο και το ξύπνημα

κι όλα είναι θολά

Σαν απόνερα.

 

 

Βρέχει.

Στο πλακόστρωτο κίτρινα φύλλα

Λιώνουν

όπως ένα δάκρυ στεγνό στο μάγουλο.

Ανάμεσα σε δυο αστραπές

Είδα ξαφνικά τη ματιά σου

Θυμός και σπαθί

Λύπη και κατάρα

Ευχή κι ελπίδα.

Το παιδί, εσύ,

Ξέχασες τη μπάλα

Ας πάει όπου θέλει.

Βρέχει.

Μέσα μυρίζει σπιτικό φαΐ.

Και χώνεσαι στην αγκαλιά της μάνας.

*Αλκμήνη Ψιλοπούλου. (Ανέκδοτο-Αθήνα 6/12/2024)

 

 

 

 

 


12/17/25

Δεκατρία επιγράμματα*

 *(Από την ποιητική συλλογή της Αλκμήνης Ψιλοπούλου «Ιδιαίτερη πατρίδα»  (Οι έφηβοι των Αθηνών)-εκδ. ΚΑΚΤΟΣ)




 1.

Για μια στιγμή

Η ευτυχία

Έρχεται

Αλλάζει όνομα και φεύγει.

 

2

Μέτρα

Ένας

Δύο

Τρεις

Τέσσερεις τοίχοι

Χαραγμένοι με μνήμες και θάνατο.

Μέτρα

Μια

Δυό

Τρεις

Τέσσερεις μέρες

Χαραγμένος ο χρόνος με μνήμες και θάνατο.

Γυμνός ο καιρός

Το κρεβάτι

Το παράθυρο με τις ελπίδες.

 

3

Υπομονή.

Στο παλιό μας σπίτι

Θα ξανασυναντηθούμε

Θα ιδούμε αγγέλους βαλσαμωμένους

Κάτι σημάδια

Από τα τσόκαρα της γιαγιάς

Ένα ξεροκόμματο

Παρατημένο στο παράθυρο.

Και τα πουλιά τα παραμύθια

Θα μας περιμένουν

στη γριά φωτιά στο τζάκι

Με τα σκελετωμένα χέρια.

 

4

Ρίζωσε κάπου στην αυλή ένας πλάτανος

Έθαψε τα παράθυρα

Έδιωξε τα παιδιά.

Παραπονεμένη η ζωή

Ψάχνει από πόρτα σε πόρτα

Από δεκάρα σε δεκάρα

Μια φωλιά για τον αλήτη

Μια  τρύπα για τον ωραίο φονιά

Ένα κλειδωμένο βιβλίο για τον έμπορο.

 

5

Ψάξε, ψάξε για το αύριο.

Ένας  ύπνος μουρμουρίζει παραμύθια

Μέσα στο σβησμένο τζάκι του πρόσφυγα.

Ψάξε, ψάξε για τον άνεμο.

Στα λιμάνια είναι μια γυναίκα

Που ταξιδεύει από άντρα σε άντρα.

 

6

Αν λες αλήθεια

Θαρθώ να ακουμπήσω τους αγκώνες στο παράθυρο

Να τραγουδήσω το φως.

Θα φτάσω μέχρι τις ρίζες των δέντρων

Για να καρφώσω εκεί τα χέρια σου

Για πάντα.

Σήμερα ακούμπησα τους αγκώνες στο παράθυρο

Έφτασα μέχρι τις ρίζες των δέντρων

Καρφώνοντας τα χέρια σου εκεί

Μνημείο για πάντα της αγάπης.

 

7

Και το ρολόι

Στεγνό

Μας προδίδει.

Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι

Είναι κι ο χρόνος που φεύγει

Στην αγωνία της νύχτας.

Αγρύπνια

Δίχως σύνορα

Δίχως αστέρι να μας οδηγήσει.

Δεν πειράζει

Μάθαμε και χωρίς  αστέρι.

 

 

 

8

Στο περιβόλι σου

Υπάρχει θέση για όλους

Για τους ανθρώπους

Για τα σκυλιά.

Σκύβεις στην καρδιά σου

Και τα βλέπεις όλα

Τους ανθρώπους

Τα σκυλιά.

Σκύβεις στην κραυγή σου

Πέφτεις μέσα

Και πνίγεσαι.

 

9

Ήρθες κοντά μου μια στιγμή

Και μετά πάλι πίσω

Δικοί σου είν’ όλοι αυτοί οι λυγμοί

Πώς να τους εμποδίσω.

Η νύχτα κομματιάζει τη στιγμή

Ρωγμές τα λόγια σου στον τοίχο

Τουφέκισα το αντίο

Για να γυρίσω

Στη γνώριμη σιωπή.

 

10

Ένα παιδί

Χτυπάει το τζάμι

Της μεγάλης γνώσης.

Ας μην ανοίξει θεέ μου

Τούτο το παράθυρο.

 

 

 

 

 

11

Αντίο στιγμή

Πόσο ήσουνα βιαστική

Σαν όραμα τρελή

Αντίο χαρά

Το πράσινο μαντήλι σου ανεμίζει

Κι εγώ

Ο ταγμένος σ’ αυτό τον κόσμο

Σε χαιρετώ.

 

 

 

 

12

Η γη μας μικρή

Και το μπόι του ανθρώπου σκαλισμένο στην πέτρα

Ακούγοντας για το χτες και κοιτώντας το

Γυρνώντας το βλέμμα στις ρυτίδες της γης.

Παραμύθια παλιά λέμε τώρα

Που τ’ ακούν οι γονείς μας και κλαίνε.

Ξεχασμένες γωνιές και σεντούκια της μνήμης

Λείψανα όλμων που κανείς δεν κοιτάζει.

Κι όμως για σκέψου

Πόσες κηλίδες άφησαν στον ουρανό

Αυτά τα παραμύθια.

 

 

 

13

Η νύχτα μας συμβούλεψε

Να ξεχάσουμε

Μα εμείς ξεχάσαμε τη λησμονιά.

Γαλήνη

Ωραία θεά

Σε χάσαμε

 

 


8/01/25

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ*

 


*(από την ποιητική συλλογή της Αλκμήνης Ψιλοπούλου"Η Τριγωνομετρία της θάλασσας"-εκδ. Ατρειδών Κύκλος)

Ο Αύγουστος στάθηκε ακίνητος

Και με κοίταξε με τρία σημάδια.

Το καθένα τους ήταν ένα μάτι από τον ουρανό.

Έπειτα είδα τη θλιμμένη ομορφιά του Σεπτέμβρη.

Το βιβλίο μιας εποχής τελείωσε.

Τώρα ανοίγω τις λευκές σελίδες

Αυτού που ακόμα δεν έχει ειπωθεί

Αλλά χαράζεται αργά στους κτύπους της καρδιάς.

Ένα ντόμινο γκρεμίζεται στο σύμπαν.

Η βροχή γλύφει τα δάκτυλά μας.

Η βροχή φουσκώνει τα υγρά στο σώμα μας

Το αίμα κυλάει πιο γρήγορα,

Κάτι ψάχνουμε μέσα στο φωτεινό γκρι

Ένα ίχνος από το πέλμα

Που θα ενωθεί με το βήμα μας

Όταν θα βγουν τα μανιτάρια.

 

 


Για εμένα

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1952. Σπούδασα Ιστορία - Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκα στο Υπουργείο Πολιτισμού ως αρχαιολόγος από το 1977 ως το 1983. Παράλληλα με την εργασία μου σπούδασα θέατρο στη Σχολή Ευγενίας Χατζήκου και συμμετείχα σε παραστάσεις ερασιτεχνικών θεατρικών θιάσων.

Από το 1984 εργάστηκα ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες ΑΥΓΗ, ΠΡΩΤΗ, Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Το 1985 παίρνω το πρώτο δημοσιογραφικό βραβείο «Παύλου Παλαιολόγου» για το καλύτερο γυναικείο κείμενο. Αργότερα συνεργάστηκα με τα περιοδικά ΠΑΝΘΕΟΝ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΗΛΕΡΑΜΑ, Mme Figaro, ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑ, στα οποία είχα την ευθύνη της αρχισυνταξίας και την επιμέλεια του ελεύθερου ρεπορτάζ. Συνεργάστηκα επίσης ως ρεπόρτερ με την τηλεόραση του ΑΝΤ1 και με ραδιοφωνικούς σταθμούς (ΤΟP FM, 9.84 κ.α.). Κατά τη δημοσιογραφική μου καριέρα, ασχολήθηκα με την ελεύθερη έρευνα, πολιτιστικά, κοινοβουλευτικό και πολιτικό ρεπορτάζ.

Εργάστηκα ως συντάκτης πολιτικού ρεπορτάζ, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων-(ΑΠΕ-ΜΠΕ). Έχω γράψει τα βιβλία «Ψάχνοντας για τη Μόνικα», «Η σκιά της άλλης» και «Μινώκερος», τα οποία εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ. Έχω κάνει πολλές επιμέλειες βιβλίων.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια ζω μόνιμα στη Σύρο και συνεργάστηκα με την εφημερίδα «Ο ΛΟΓΟΣ των Κυκλάδων».