Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξάρχεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξάρχεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12/28/23

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ- Η επιστροφή (Β΄μέρος)

 


Ο ακάλυπτος 

Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

Ιούνιος 2023. Το μπαλκονάκι της κρεβατοκάμαράς της, με νοτιοδυτικό προσανατολισμό, βλέπει στην ακάλυπτο. Ένα πολυπολιτισμικό συνονθύλευμα από μικρά και μεγαλύτερα παράθυρα, μικρά και μεγαλύτερα μπαλκόνια, με ανοιχτές ή κλειστές ή μισόκλειστες μπαλκονόπορτες ή παντζούρια, διαμερίσματα από πέντε παλιοκαιρισμένες πολυκατοικίες, κατασκευές της κακιάς ώρας. Από αυτή την τσιμεντένια χοάνη ή χαβούζα, ακούγεται ένα παράξενο γουργουρητό. Είναι από τα περιστέρια που έχουν κάνει φωλιές στα ανώτερα διαμερίσματα, τα λεγόμενα ρετιρέ, αρκετά από αυτά παραδομένα στην εγκατάλειψη, με ανοιγμένες ωστόσο τις τέντες, βρωμερές και τρισάθλιες, λερωμένες από τις κουτσουλιές των απαίσιων αυτών πουλιών της πόλης. Σε κάποια μπαλκόνια των μεγαλύτερων διαμερισμάτων, μαραζωμένα φυτά, φίκοι ή άλλα αναρριχώμενα που έχουν αναπτυχθεί όπως όπως κατά μήκος των μπαλκονιών. Η χοάνη του ακάλυπτου βράζει σαν γιγάντια χύτρα ταχύτητος. Είναι ο θόρυβος από τα κλιματιστικά όμοια με γιγάντια μηχανικά ερπετά φτιαγμένα για να εξουδετερώσουν την απειλή των 40-43 βαθμών μέσα στην κοιλιά της Αθήνας.

Η Αλίκη* βγαίνει απόγευμα και κυρίως βράδυ μετά τις 12, καπνίζει ένα τσιγάρο και πετά τη γόπα  κάτω στο τσιμεντένιο δάπεδο που αποτελεί τον ακάλυπτο των υπόγειων διαμερισμάτων. Και χαζεύει όλα αυτά που συμβαίνουν μέσα στα κλουβιά της πόλης, στα δωμάτια των διαμερισμάτων, ό,τι φαίνεται μέσα από τα δεκάδες παράθυρα, ανοιχτά, μισάνοιχτα ή μισοφωτισμένα όμοια με μάτια που κοιτούν στο σκοτάδι.

Ένα ρεμπέτικο ακούγεται από το ισόγειο μιας από τις πέντε πολυκατοικίες που βλέπουν στον ακάλυπτο.


Ακούγονται από τα βάθη της χοάνης φωνές σε αλλότριες γλώσσες, μουσικές ανατολίτικες, αμανέδες, θυμίζοντας μια κρυφή Βαβέλ. Απέναντι, σε ένα διαμέρισμα, μάλλον κρεβατοκάμαρα με ένα τραπέζι, στο  δεύτερο όροφο, δυο παιδιά πηγαινοέρχονται βλέποντας σε ένα τραπέζι ίσως την οθόνη ενός υπολογιστή ή παίζοντας βιντεοπαιχνίδια. Από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα του ίδιου διαμερίσματος, κάποιο βράδυ, ένας άντρας και μια γυναίκα μισοφαίνονται να χαϊδεύονται, να αγκαλιάζονται και να εξαφανίζονται κάπου δίπλα όπου υποθέτεις ότι είναι το κρεβάτι. Τραβάνε τις κουρτίνες και κουφώνουν τα παντζούρια. Το επόμενο βράδυ, φαίνεται ο άντρας να τρώει πίτσα στο τραπέζι του ίδιου δωματίου. Δίπλα ανάβει ένα φως «νέον», ίσως είναι η τουαλέτα.

Μια γυναίκα εμφανίζεται αριστερά σε ένα μικρό μπαλκόνι. Είναι  αναμαλλιασμένη και κατάκοπη. Ανοίγει το ψυγείο και βγάζει χαλασμένα τρόφιμα τα οποία πετάει έξω, σε μια μεγάλη μαύρη σακούλα.

Όταν σκέφτεσαι τι έχεις και τι δεν έχεις, πρέπει να σκεφτείς πρώτα τι δεν έχουν οι άλλοι, για να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις πολλά, έχεις όσα ακριβώς σου χρειάζονται για να ζεις με αξιοπρέπεια, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουν έρθει ποιος ξέρει από ποιο μέρος του κόσμου και ζουν σαν τα ποντίκια μέσα στις ποντικοπαγίδες τους.

Σε  μια παλιά ασπρόμαυρη ταινία- «τη μέρα που η γη πήρε φωτιά»-, λέει ότι ο άξονας της γης άλλαξε κατά 11 μοίρες από την δοκιμαστική έκρηξη πυρηνικών βομβών. Μάτια τεράστια και νεκρά στο χλωμό της πρόσωπο την κοιτάζουν μέσα από τον καθρέφτη.

Ο καιρός περνά γρήγορα. Με βόλτες σε τόπους και τοπία υπέροχα, όπου το χώμα μιλάει, γεμάτο από ιστορία, αγκαλιασμένο από μεγάλα δένδρα, πλατάνια, κουτσουπιές, πεύκα και μεγάλους θυσανωτούς θάμνους. Με μπάνια στις παραλίες που περιτρέχουν την Αθήνα.

Η Αλίκη έχει ξεφορτωθεί το ΙΧ και νιώθει πιο ελεύθερη από ποτέ. Πέταξε ένα μεγάλο φορτίο, και για πρώτη φορά στη ζωή της κάνει περιπάτους με τα πόδια, κοντινούς όπως στο Πεδίο του Άρεως ή στα Εξάρχεια, ή μακρινούς με λεωφορεία, μετρό ή τραμ. Τι χαρά, να την πηγαίνουν άλλοι και να μπορεί να χαζεύει από τα παράθυρα τη διαδρομή ή να φτάνει σε πέντε λεπτά στον προορισμό της, ανέμελη και χαλαρή.

Όσο περνάει ο χρόνος και λιγοστεύουν τα κεριά μας, είναι καλό να ξεφορτωνόμαστε τα περιττά. Να ξαλαφρώνουμε από αχρείαστη ύλη κι από παλιές επιθυμίες.

Νοέμβρης 2023. Πενήντα  χρόνια Πολυτεχνείο. Εικόνες παλιές, θαμμένες βαθιά μέσα στο σκληρό δίσκο του μυαλού μας, σε αρχεία με μνήμες, σκέψεις, βιώματα ανάκατα, ξεθάβουμε συναισθήματα αθωότητας και νεανικά χτυποκάρδια ερώτων, φόβου, αποκοτιάς. Με ένα ματωμένο κουρέλι από τη Γάζα να σκιάζει τα όνειρά μας. Τραγουδάμε, ξυπνώντας από έναν λήθαργο, «Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι και το κελί μας κόκκινο ουρανό». (Για όλα αυτά θα μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή, σύντομα).

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στα Χριστούγεννα. Και στην Πρωτοχρονιά. Μπαίνει το 2024. Μύρισε το σφαγείο… Είναι μακριά από μας. Ακόμα… Με την ακρίβεια να στενεύει κι άλλο τη ζωή μας. Με μια παγωμένη ανάσα αδιαφορίας να βλέπουμε και να ακούμε τα τεκταινόμενα, εδώ και αλλού. Αλλά όλα καλά. Είμαστε καλά. «Τακ τακ εγώ, τακ τακ εσύ, που πάει να πει, σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή, βαστάω γερά, κρατάω καλά».  

* «Αλίκη» είναι το προσωνύμιο της γράφουσας

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

 

 


12/16/23

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ-Η επιστροφή

 


Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

Ήρθε λοιπόν η εποχή των αναμνήσεων. Η φάση όπου «η μνήμη καίει, άκαφτη βάτος», όπως λέει ο ποιητής. Ήρθε λοιπόν η εποχή όπου νιώθω την ανάγκη για προσωπικές εξομολογήσεις, και δεν με νοιάζει καθόλου αν αφορούν κάποιους ή όχι, αν θα τις γράψω κάποτε σε βιβλίο και αν θα εκδοθεί το βιβλίο αυτό ή όχι, στο κάτω-κάτω γι αυτό υπάρχει το blog και τα social media, για να εκτονώνουμε την ματαιοδοξία μας, ξέρεις, λέω στον εαυτό μου, δεν είναι κακό αυτό, όλοι το κάνουν. Ακόμη και οι μεγαλύτεροι συγγραφείς (όταν κάποια στιγμή τους τελειώνει η μεγάλη έμπνευση). Οπότε, ιδού λοιπόν, η εξομολόγησή μου ξεκινάει από σήμερα, 15-12-023, λίγες μέρες πριν το γύρισμα του χρόνου…  

1-1-2023. Βαρύς μας έπεσε ο καινούργιος χρόνος. Ήρθαμε βιαστικά στην όμορφη άσχημη πατρίδα, την πρωτεύουσα, με χίλιες δυο εικόνες, επιθυμίες, σχέδια, όνειρα, ποθώντας χίλια δυο γεγονότα, ανθρώπους και πράγματα που θα αλλάξουν τη μίζερη ζωή μας, ελπίζοντας να συναντήσουμε στο διάβα μας μέσα στους στενούς ξεδοντιασμένους δρόμους και τις βρώμικες ασφάλτους φίλους παλιούς, καλώντας τους με φοβέρες και μ’ αίματα, όπως λέει ο ποιητής, ελπίζοντας να στεριώσει η αγάπη μας σε διαμερίσματα μικρά πολυκατοικιών, κοντά στο κέντρο, κοντά στην παλιά μας ζωή, την παιδική, την εφηβική, μαζί με την αγάπη μας. Μα πέσαμε τόσο έξω!


Η ζωή εδώ έχει συρρικνωθεί σε ένα στρυμωγμένο συρτάρι με παλιά πράγματα, ριγμένα όπως όπως στο πάτωμα, φίλες που κοιμούνται αγκαλιά με αναμνήσεις ρίχνοντας στην τρύπα του τέλους την ελεημοσύνη τους, την τρυφερότητά τους, τη μητρική τους άκαρπη στοργή.

Η καινούργια μέρα του καινούργιου χρόνου έφτασε, είναι εδώ με υποσχέσεις, με παιδικά χαμόγελα, με βρεφικά κλάματα, με πυρετούς και ξενύχτια μέσα στα διαμερίσματα, δίπλα στο κρεβάτι που περιμένει αδιαφορώντας για την ξαγρύπνια μας.

Και σέρνονται τα φίδια οι αρρώστιες των πόλεων και σαρώνουν τα όνειρα και τις τρυφερές ματιές των μανάδων και τοξεύουν δηλητήριο στη βελούδινη σάρκα των νεογνών.

Κι έρχεται η δεύτερη μέρα κι έπειτα η Τρίτη. Κι ακόμα τίποτα. Θα μιλήσουμε ξανά όταν θα προδοθούμε.

Και όμως. Η μεγάλη πόλη μας αποζημίωσε. Γέννημα θρέμμα Αθηναία, λέει. Έ και λοιπόν;

Είχα την ψευδαίσθηση ότι τη γνώριζα την ιδιαίτερη πατρίδα μου. Διατεινόμουν μάλιστα ότι ήξερα την κάθε γωνιά της, την κάθε κρυφή της πτυχή, ότι αναγνώριζα όλα τα μυστικά της μονοπάτια. Ψέματα!  

Τίποτα δεν γνώριζα. Εξόριστη εδώ και χρόνια στα βόρεια προάστια (Αγία Παρασκευή, Χολαργός, Μαρούσι και πάλι Αγία Παρασκευή), έπειτα εθελούσια κατοίκηση δέκα χρόνια στο Σούνιο κι έπειτα άλλα δέκα χρόνια στο νησί της Σύρου, λόγω διαφόρων συγκυριών, καλών και κακών, έν οίδα, ότι ουδέν οίδα, που έλεγαν και οι αρχαίοι ημών.

Ωραίο το νησάκι, ζωάρα που λένε, μακραίωνες διακοπές και μπάνια 6 μήνες το χρόνο, αλλά κάποια στιγμή, ένιωσα ξεριζωμένη σαν πρόσφυγας. Ένιωσα ξένη. Και χωρίς οικογένεια, καθώς φίλοι και γνωστοί, καθώς και ο αδερφός μου και τα ανίψια μου ζούσαν μόνιμα στην πρωτεύουσα.

Και πήρα τη μεγάλη απόφαση. Ξεσηκώθηκα να γυρίσω πίσω στην Αθήνα τη γενέτειρά μου, πίσω στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, κάτι σαν μια τεράστια τρύπα νοσταλγίας άνοιξε μέσα στα σωθικά μου και είπα, θα πάω να μείνω στο σπιτάκι μου που είναι ολοδικό μου, που είναι στο κέντρο της πόλης, και πέταξα πρώτα από όλα το αυτοκίνητο- έχω ευτυχώς τα ποδαράκια μου και τα ΜΜΜ) και ξεκουμπίστηκα κι έκανα τη μετακόμιση-βουνό: Είχα να κουβαλήσω δύο ολόκληρα νοικοκυριά σε ένα μικρό διαμέρισμα 56 τετραγωνικών, πού να χωρέσουν όλα αυτά τα θηρία από ξύλο καρυδιάς, καναπέδες και πολυθρόνες και τραπέζια ροτόντα και ξύλινο κρεβάτι με ουρανό, και τζάτζαλα μάτζαλα, κουζινικά, σεντόνια, παπλώματα, κουβέρτες, ριχτάρια, τραπεζομάντηλα, κλπ.κλπ.). Σε πρώτη φάση λοιπόν πήγα κι αγόρασα από το ΙΚΕΑ καινούργιο καναπέ-κρεβάτι και υπέρδιπλο κρεβάτι και μετέφερα στην νέα μου φωλίτσα τα μίνιμουμ και πιο αναγκαία.


Και νάμαι πάλι Αθηναία, στις 22 Δεκεμβρίου 2022. Ανήμερα Χριστούγεννα οικογενειακή συγκέντρωση στο σπίτι της μητέρας των ανιψιών μου, που είχε επιστρέψει κι αυτή προσφάτως από την ξενιτειά στην Αθήνα. Μαζεμένη λοιπόν όλη η οικογένεια, ο αδερφός μου, τα τρία παιδιά του κι ανίψια μου με τις γυναίκες και τις συντρόφισσές τους, με τα παιδιά τους τα μικρανήψια μου παιδάκια και βρέφη, μαζευτήκαμε καμιά εικοσαριά νοματαίοι, σαν τις παλιές καλές εποχές στο παλιό μας σπίτι στα Εξάρχεια με τις μαζώξεις θειών, θειάδων, ξαδέρφων, παππούδων , γιαγιάδων κλπ.κλπ., μεγάλες οικογένειες τότε, από δυό παιδιά τουλάχιστον η κάθε οικογένεια. Τόσες δεκαετίες μετά, τα Χριστούγεννα του 2022 ήταν ευλογία. Παιδιά και σκυλιά, γέλια και χαρές, αγκαλιάσματα, παιδικά πρόσωπα και βρεφικά τεράστια ολάνοιχτα μάτια να σε κοιτάζουν ασκαρδαμυκτί που λένε, χωρίς να ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα, και να σου τραβάνε τη μύτη να τη βγάλουν, και νάσου να ανοίγουν τα πακέτα των δώρων ο ένας για τον άλλον, και νάσου τα ξεφωνητά θαυμασμού, και νάσου οι ευχές και οι ευχαριστίες. Κι έπειτα καθισμένοι όλοι στο μεγάλο στρογγυλό ξύλινο τραπέζι να μυρίζει η ψητή γαλοπούλα και οι πατάτες στο φούρνο και τα υπόλοιπα εδέσματα.

Αχ τι όμορφα που ήταν! Ξανάγινα παιδί, γύρισα πίσω τα ρολόγια και πάτησα εγώ ο πλάνητας το πόδι μου πάλι στην πάτρια γη. Και πέρασε όλος εκείνος ο χρόνος στην άγνωστη πατρίδα μου, με σινεμά και συναυλίες και συναντήσεις με παλιούς αγαπημένους φίλους και γνωστούς («αγνώστους») σε άγνωστα στέκια του κέντρου, με περιπάτους στο Μοναστηράκι, στο Θησείο, στα πόδια της Ακρόπολης, στο Σύνταγμα, στο Λυκαβηττό.

Σα γάργαρο νεράκι κυλούσε ο χρόνος, πυκνός, γεμάτος νέες εμπειρίες, σαν ένα παλιό καλό κρασί.

Γκύζη, οδός Παράσχου. Οριστική εγκατάσταση, αρχές Ιουνίου 2023. Το μισό και βάλε νοικοκυριό μου το χάρισα στο μεγάλο σπίτι της Σύρου. Έπιπλα από καρυδιά, τζάτζαλα μάτζαλα, παπλώματα, σεμεδάκια κεντήματα, ρούχα, παπούτσια, σεντόνια. Πέταμα των μισών βιβλίων της βιβλιοθήκης. Ευτυχώς, ότι κουβάλησα στη δεύτερη και οριστική μετακόμιση, χώρεσε μια χαρά στο διαμερισματάκι μου. Και το μπαλκόνι έγινε ένας μικρός παράδεισος με δέντρα και λουλούδια όπου μαζεύονται πουλιά. Και ξεκινάω το μεγάλο μου ταξίδι μιας δεύτερης νέας ζωής.  Πεδίον του Άρεως, Εθνικός Κήπος, Ζάππειο, Μουσείο. Την λάτρευα της Αθήνα χωρίς να τη γνωρίζω.

Τώρα που την περπατάω, τώρα που τη ζω, τώρα που την αισθάνομαι, τη ρουφάω σαν νέκταρ θεϊκό! Αυτά προς το παρόν.

Καλές γιορτές με αγάπη και με τους δικούς μας ανθρώπους. Κι ευχές να τερματιστούν οι πόλεμοι, ευχές για ειρήνη στον κόσμο.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)


7/23/23

Ιδιαίτερη πατρίδα

 


* Εξάρχεια (26-3-023)

Το παιδί μέσα της

Πήρε ξανά τα μονοπάτια τα παλιά.

Εξάρχεια, η πατρίδα της

Ιουστινιανού με το άρωμα των ανθών πορτοκαλιάς

Και τι κρίμα, οι μυρωδιές δεν φωτογραφίζονται

Δεν γράφονται

Δεν ακούγονται

Δεν ξέρουν γράμματα οι οσμές

Δε βλέπουν εικόνες

Έχουν δικιά τους γλώσσα

Οι οσμές των γατιών στα πεζοδρόμια τα γεμάτα τρύπες, 

με τις  ξεχαρβαλωμένες πλάκες

Το παιδί μέσα της ένιωθε

Να το τυλίγει ένας ιστός από μνήμες

Εικόνες

Αισθήσεις.


Έστρεψε το βλέμμα της και είδε το Λόφο του Στρέφη

Στριφογύρισαν στο φιδωτό μονοπάτι τα πέλματά της

Σκαρφαλώνοντας στις πλαγιές με ένα τσούρμο αγόρια ξοπίσω της

Κρυφοκοιτάζοντας τους έρωτες των μεγάλων ανθρώπων.

Το κοριτσάκι μέσα της

Πήρε να ανηφορίζει τα στενά σοκάκια της ζωής


Καλλιδρομίου

Ένα μέγαρο ρημαγμένο

Σώμα νεκρό από πέτρες και ξύλα που κρέμονταν σαν ικρίωμα

Πάνω απ’ το κεφάλι της

Και σκόνη.

Ο ήλιος έλαμπε

Με την άκαρδη ομορφιά της Άνοιξης

Ο Μάρτιος την κοίταζε κατάματα

Μπλε, χρυσό, ένας καμβάς ανάμεσα στις γρίλιες και στα κουφώματα

Και στα κρυμμένα πρόσωπα πίσω από πόρτες κλειστές και παράθυρα

Περιμένοντας να ζωγραφίσει κάποιος την  εικόνα των ανθρώπων

Στην ομορφάσχημη πόλη.

Ένας ιστός από μνήμες, εικόνες, παιχνίδια, αισθήσεις αρχέγονες

Ενός πρωτόπλαστου.

Μεθώνης

Το σχολείο του δημοτικού που έγινε ταβέρνα


Άμα λάχει.

Μια άγνωστη πολιτεία το σχολείο της,

Όχι δεν ήταν ποτέ εδώ σχολείο, της είπε μια γυναίκα στην ταβέρνα,

ενώ εκείνη κρυφοκοίταζε το μικρό παράθυρο της κουζίνας

μήπως αναγνωρίσει την τάξη της

και ψαχούλευε να δει κάποιο σημάδι από την αυλή

όπου έπαιζε κλέφτες κι αστυνόμους με τα αγόρια.

Και χάθηκε εκεί το παιδί

Και το κορίτσι βούλιαξε τυλιγμένο στον ιστό

Των αισθήσεων, των αναμνήσεων, των παλαιών εκείνων εικόνων


Κι έγινε το κορίτσι ένα μικρό έντομο βορά στον ιστό

Του ανελέητου χρόνου

Τυλιγμένο με το πέπλο του Νόστου

Χαμένο στα σοκάκια όπου ταξίδευε τότε

Και τώρα κατεβαίνει στο βυθό

Στο αίμα της

Το κορίτσι που έμελλε να γίνει κοπέλα

Κι ύστερα γυναίκα

Που ξενιτεύτηκε σε αλλότριες πολιτείες

Χορεύοντας το χρόνο

Ξορκίζοντας το τέλος

Και τώρα είναι ένα σκαρί ναυαγισμένο

μαζί με ξένους μέσ’ στη νύχτα, αγγίζοντας γλώσσες ξένες

αλλότριες

μαζί με όλα του τα πλούτη

Κάτω στην άμμο

Του  βυθού.

*(από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή της Αλκμήνης Ψιλοπούλου, "του βυθού")


Για εμένα

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1952. Σπούδασα Ιστορία - Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκα στο Υπουργείο Πολιτισμού ως αρχαιολόγος από το 1977 ως το 1983. Παράλληλα με την εργασία μου σπούδασα θέατρο στη Σχολή Ευγενίας Χατζήκου και συμμετείχα σε παραστάσεις ερασιτεχνικών θεατρικών θιάσων.

Από το 1984 εργάστηκα ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες ΑΥΓΗ, ΠΡΩΤΗ, Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Το 1985 παίρνω το πρώτο δημοσιογραφικό βραβείο «Παύλου Παλαιολόγου» για το καλύτερο γυναικείο κείμενο. Αργότερα συνεργάστηκα με τα περιοδικά ΠΑΝΘΕΟΝ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΗΛΕΡΑΜΑ, Mme Figaro, ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑ, στα οποία είχα την ευθύνη της αρχισυνταξίας και την επιμέλεια του ελεύθερου ρεπορτάζ. Συνεργάστηκα επίσης ως ρεπόρτερ με την τηλεόραση του ΑΝΤ1 και με ραδιοφωνικούς σταθμούς (ΤΟP FM, 9.84 κ.α.). Κατά τη δημοσιογραφική μου καριέρα, ασχολήθηκα με την ελεύθερη έρευνα, πολιτιστικά, κοινοβουλευτικό και πολιτικό ρεπορτάζ.

Εργάστηκα ως συντάκτης πολιτικού ρεπορτάζ, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων-(ΑΠΕ-ΜΠΕ). Έχω γράψει τα βιβλία «Ψάχνοντας για τη Μόνικα», «Η σκιά της άλλης» και «Μινώκερος», τα οποία εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ. Έχω κάνει πολλές επιμέλειες βιβλίων.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια ζω μόνιμα στη Σύρο και συνεργάστηκα με την εφημερίδα «Ο ΛΟΓΟΣ των Κυκλάδων».