( ποίημα της Αλκμήνης Ψιλοπούλου από την ανέκδοτη συλλογή "Τα ασήμαντα")
Κοιτάζουν το παρόν με παγωμένο βλέμμα
Εγκλωβισμένη σε τούτη την πέτρα η ψυχή
τους
Έχει πεθάνει μαζί με το σώμα
Ακόμα και η μνήμη
Στάθηκε σκληρή μαζί τους
Και πια κανείς δεν τους θυμάται.
Κανείς δεν αγάλλεται
Μπροστά στο λευκό αλαβάστρινο πρόσωπο
Του πρίγκηπα που έγραψε ιστορία
Μα ακόμη κι αυτή η ιστορία στέκει
ασάλευτη, ένα άγαλμα
Στενάχωρο, πικρό, με μάτια τυφλά να
χάσκουν
Μέσα σε άδειες κόγχες.
Μια αιμάτινη κορδέλα συστρέφεται
γύρω από τα σώματα των αγαλμάτων
μαρμάρινη, μπρούτζινη, ξεραμένη γραμμή
μαύρη.
Και η ζωή προχωράει μέσα σε μικρές
στιγμές,
πράγματα ασήμαντα
Τι έφαγες το μεσημέρι, πώς κοιμήθηκες το
βράδυ
Το παιδί κλαίει, το μωρό θέλει να ρουφήξει
το γάλα
από το μαστάρι
Πιάνει με τις μικρές του αρπάγες τη μαλακιά
σάρκα της μάνας
Και τραβάει, τραβάει, και βυζαίνει,
βυζαίνει με μικρές κοφτές ανάσες και
παλλόμενα χείλη
με μικρές άναρθρες κραυγές.
Μα οι μνήμες περιμένουν μέσα στο λαγούμι
τους
Μέσα στο άσαρκο βλέμμα των αγαλμάτων
Που κοιτάζει το τίποτα.
Ω
μνήμες μακρινές της ιστορίας
Παραμερίστε, ανοίξτε δρόμους
Χαράξτε ατραπούς, βάλτε τα όπλα στα
θηκάρια
Σωπάστε να ακούσουμε το αναστάσιμο τραγούδι
του κότσυφα,
Το τραγούδι του γλυκύτατου έαρος
Που αντιλαλεί αγέρωχο, θαρραλέο, ταμένο
στον ιερό σκοπό.
Να συνεχίσει η ζωή πάνω σ’ αυτή τη γη
Τη γη των φυτών, των ζωών, των ανθρώπων,
των βουνών,
των κυμάτων, των ανέμων, των μικρών
καθημερινών πραγμάτων
των ασήμαντων.
(Αθήνα 21/4/2025)


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου