Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12/28/23

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ- Η επιστροφή (Β΄μέρος)

 


Ο ακάλυπτος 

Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

Ιούνιος 2023. Το μπαλκονάκι της κρεβατοκάμαράς της, με νοτιοδυτικό προσανατολισμό, βλέπει στην ακάλυπτο. Ένα πολυπολιτισμικό συνονθύλευμα από μικρά και μεγαλύτερα παράθυρα, μικρά και μεγαλύτερα μπαλκόνια, με ανοιχτές ή κλειστές ή μισόκλειστες μπαλκονόπορτες ή παντζούρια, διαμερίσματα από πέντε παλιοκαιρισμένες πολυκατοικίες, κατασκευές της κακιάς ώρας. Από αυτή την τσιμεντένια χοάνη ή χαβούζα, ακούγεται ένα παράξενο γουργουρητό. Είναι από τα περιστέρια που έχουν κάνει φωλιές στα ανώτερα διαμερίσματα, τα λεγόμενα ρετιρέ, αρκετά από αυτά παραδομένα στην εγκατάλειψη, με ανοιγμένες ωστόσο τις τέντες, βρωμερές και τρισάθλιες, λερωμένες από τις κουτσουλιές των απαίσιων αυτών πουλιών της πόλης. Σε κάποια μπαλκόνια των μεγαλύτερων διαμερισμάτων, μαραζωμένα φυτά, φίκοι ή άλλα αναρριχώμενα που έχουν αναπτυχθεί όπως όπως κατά μήκος των μπαλκονιών. Η χοάνη του ακάλυπτου βράζει σαν γιγάντια χύτρα ταχύτητος. Είναι ο θόρυβος από τα κλιματιστικά όμοια με γιγάντια μηχανικά ερπετά φτιαγμένα για να εξουδετερώσουν την απειλή των 40-43 βαθμών μέσα στην κοιλιά της Αθήνας.

Η Αλίκη* βγαίνει απόγευμα και κυρίως βράδυ μετά τις 12, καπνίζει ένα τσιγάρο και πετά τη γόπα  κάτω στο τσιμεντένιο δάπεδο που αποτελεί τον ακάλυπτο των υπόγειων διαμερισμάτων. Και χαζεύει όλα αυτά που συμβαίνουν μέσα στα κλουβιά της πόλης, στα δωμάτια των διαμερισμάτων, ό,τι φαίνεται μέσα από τα δεκάδες παράθυρα, ανοιχτά, μισάνοιχτα ή μισοφωτισμένα όμοια με μάτια που κοιτούν στο σκοτάδι.

Ένα ρεμπέτικο ακούγεται από το ισόγειο μιας από τις πέντε πολυκατοικίες που βλέπουν στον ακάλυπτο.


Ακούγονται από τα βάθη της χοάνης φωνές σε αλλότριες γλώσσες, μουσικές ανατολίτικες, αμανέδες, θυμίζοντας μια κρυφή Βαβέλ. Απέναντι, σε ένα διαμέρισμα, μάλλον κρεβατοκάμαρα με ένα τραπέζι, στο  δεύτερο όροφο, δυο παιδιά πηγαινοέρχονται βλέποντας σε ένα τραπέζι ίσως την οθόνη ενός υπολογιστή ή παίζοντας βιντεοπαιχνίδια. Από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα του ίδιου διαμερίσματος, κάποιο βράδυ, ένας άντρας και μια γυναίκα μισοφαίνονται να χαϊδεύονται, να αγκαλιάζονται και να εξαφανίζονται κάπου δίπλα όπου υποθέτεις ότι είναι το κρεβάτι. Τραβάνε τις κουρτίνες και κουφώνουν τα παντζούρια. Το επόμενο βράδυ, φαίνεται ο άντρας να τρώει πίτσα στο τραπέζι του ίδιου δωματίου. Δίπλα ανάβει ένα φως «νέον», ίσως είναι η τουαλέτα.

Μια γυναίκα εμφανίζεται αριστερά σε ένα μικρό μπαλκόνι. Είναι  αναμαλλιασμένη και κατάκοπη. Ανοίγει το ψυγείο και βγάζει χαλασμένα τρόφιμα τα οποία πετάει έξω, σε μια μεγάλη μαύρη σακούλα.

Όταν σκέφτεσαι τι έχεις και τι δεν έχεις, πρέπει να σκεφτείς πρώτα τι δεν έχουν οι άλλοι, για να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις πολλά, έχεις όσα ακριβώς σου χρειάζονται για να ζεις με αξιοπρέπεια, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουν έρθει ποιος ξέρει από ποιο μέρος του κόσμου και ζουν σαν τα ποντίκια μέσα στις ποντικοπαγίδες τους.

Σε  μια παλιά ασπρόμαυρη ταινία- «τη μέρα που η γη πήρε φωτιά»-, λέει ότι ο άξονας της γης άλλαξε κατά 11 μοίρες από την δοκιμαστική έκρηξη πυρηνικών βομβών. Μάτια τεράστια και νεκρά στο χλωμό της πρόσωπο την κοιτάζουν μέσα από τον καθρέφτη.

Ο καιρός περνά γρήγορα. Με βόλτες σε τόπους και τοπία υπέροχα, όπου το χώμα μιλάει, γεμάτο από ιστορία, αγκαλιασμένο από μεγάλα δένδρα, πλατάνια, κουτσουπιές, πεύκα και μεγάλους θυσανωτούς θάμνους. Με μπάνια στις παραλίες που περιτρέχουν την Αθήνα.

Η Αλίκη έχει ξεφορτωθεί το ΙΧ και νιώθει πιο ελεύθερη από ποτέ. Πέταξε ένα μεγάλο φορτίο, και για πρώτη φορά στη ζωή της κάνει περιπάτους με τα πόδια, κοντινούς όπως στο Πεδίο του Άρεως ή στα Εξάρχεια, ή μακρινούς με λεωφορεία, μετρό ή τραμ. Τι χαρά, να την πηγαίνουν άλλοι και να μπορεί να χαζεύει από τα παράθυρα τη διαδρομή ή να φτάνει σε πέντε λεπτά στον προορισμό της, ανέμελη και χαλαρή.

Όσο περνάει ο χρόνος και λιγοστεύουν τα κεριά μας, είναι καλό να ξεφορτωνόμαστε τα περιττά. Να ξαλαφρώνουμε από αχρείαστη ύλη κι από παλιές επιθυμίες.

Νοέμβρης 2023. Πενήντα  χρόνια Πολυτεχνείο. Εικόνες παλιές, θαμμένες βαθιά μέσα στο σκληρό δίσκο του μυαλού μας, σε αρχεία με μνήμες, σκέψεις, βιώματα ανάκατα, ξεθάβουμε συναισθήματα αθωότητας και νεανικά χτυποκάρδια ερώτων, φόβου, αποκοτιάς. Με ένα ματωμένο κουρέλι από τη Γάζα να σκιάζει τα όνειρά μας. Τραγουδάμε, ξυπνώντας από έναν λήθαργο, «Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι και το κελί μας κόκκινο ουρανό». (Για όλα αυτά θα μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή, σύντομα).

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στα Χριστούγεννα. Και στην Πρωτοχρονιά. Μπαίνει το 2024. Μύρισε το σφαγείο… Είναι μακριά από μας. Ακόμα… Με την ακρίβεια να στενεύει κι άλλο τη ζωή μας. Με μια παγωμένη ανάσα αδιαφορίας να βλέπουμε και να ακούμε τα τεκταινόμενα, εδώ και αλλού. Αλλά όλα καλά. Είμαστε καλά. «Τακ τακ εγώ, τακ τακ εσύ, που πάει να πει, σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή, βαστάω γερά, κρατάω καλά».  

* «Αλίκη» είναι το προσωνύμιο της γράφουσας

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

 

 


12/16/23

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ-Η επιστροφή

 


Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

Ήρθε λοιπόν η εποχή των αναμνήσεων. Η φάση όπου «η μνήμη καίει, άκαφτη βάτος», όπως λέει ο ποιητής. Ήρθε λοιπόν η εποχή όπου νιώθω την ανάγκη για προσωπικές εξομολογήσεις, και δεν με νοιάζει καθόλου αν αφορούν κάποιους ή όχι, αν θα τις γράψω κάποτε σε βιβλίο και αν θα εκδοθεί το βιβλίο αυτό ή όχι, στο κάτω-κάτω γι αυτό υπάρχει το blog και τα social media, για να εκτονώνουμε την ματαιοδοξία μας, ξέρεις, λέω στον εαυτό μου, δεν είναι κακό αυτό, όλοι το κάνουν. Ακόμη και οι μεγαλύτεροι συγγραφείς (όταν κάποια στιγμή τους τελειώνει η μεγάλη έμπνευση). Οπότε, ιδού λοιπόν, η εξομολόγησή μου ξεκινάει από σήμερα, 15-12-023, λίγες μέρες πριν το γύρισμα του χρόνου…  

1-1-2023. Βαρύς μας έπεσε ο καινούργιος χρόνος. Ήρθαμε βιαστικά στην όμορφη άσχημη πατρίδα, την πρωτεύουσα, με χίλιες δυο εικόνες, επιθυμίες, σχέδια, όνειρα, ποθώντας χίλια δυο γεγονότα, ανθρώπους και πράγματα που θα αλλάξουν τη μίζερη ζωή μας, ελπίζοντας να συναντήσουμε στο διάβα μας μέσα στους στενούς ξεδοντιασμένους δρόμους και τις βρώμικες ασφάλτους φίλους παλιούς, καλώντας τους με φοβέρες και μ’ αίματα, όπως λέει ο ποιητής, ελπίζοντας να στεριώσει η αγάπη μας σε διαμερίσματα μικρά πολυκατοικιών, κοντά στο κέντρο, κοντά στην παλιά μας ζωή, την παιδική, την εφηβική, μαζί με την αγάπη μας. Μα πέσαμε τόσο έξω!


Η ζωή εδώ έχει συρρικνωθεί σε ένα στρυμωγμένο συρτάρι με παλιά πράγματα, ριγμένα όπως όπως στο πάτωμα, φίλες που κοιμούνται αγκαλιά με αναμνήσεις ρίχνοντας στην τρύπα του τέλους την ελεημοσύνη τους, την τρυφερότητά τους, τη μητρική τους άκαρπη στοργή.

Η καινούργια μέρα του καινούργιου χρόνου έφτασε, είναι εδώ με υποσχέσεις, με παιδικά χαμόγελα, με βρεφικά κλάματα, με πυρετούς και ξενύχτια μέσα στα διαμερίσματα, δίπλα στο κρεβάτι που περιμένει αδιαφορώντας για την ξαγρύπνια μας.

Και σέρνονται τα φίδια οι αρρώστιες των πόλεων και σαρώνουν τα όνειρα και τις τρυφερές ματιές των μανάδων και τοξεύουν δηλητήριο στη βελούδινη σάρκα των νεογνών.

Κι έρχεται η δεύτερη μέρα κι έπειτα η Τρίτη. Κι ακόμα τίποτα. Θα μιλήσουμε ξανά όταν θα προδοθούμε.

Και όμως. Η μεγάλη πόλη μας αποζημίωσε. Γέννημα θρέμμα Αθηναία, λέει. Έ και λοιπόν;

Είχα την ψευδαίσθηση ότι τη γνώριζα την ιδιαίτερη πατρίδα μου. Διατεινόμουν μάλιστα ότι ήξερα την κάθε γωνιά της, την κάθε κρυφή της πτυχή, ότι αναγνώριζα όλα τα μυστικά της μονοπάτια. Ψέματα!  

Τίποτα δεν γνώριζα. Εξόριστη εδώ και χρόνια στα βόρεια προάστια (Αγία Παρασκευή, Χολαργός, Μαρούσι και πάλι Αγία Παρασκευή), έπειτα εθελούσια κατοίκηση δέκα χρόνια στο Σούνιο κι έπειτα άλλα δέκα χρόνια στο νησί της Σύρου, λόγω διαφόρων συγκυριών, καλών και κακών, έν οίδα, ότι ουδέν οίδα, που έλεγαν και οι αρχαίοι ημών.

Ωραίο το νησάκι, ζωάρα που λένε, μακραίωνες διακοπές και μπάνια 6 μήνες το χρόνο, αλλά κάποια στιγμή, ένιωσα ξεριζωμένη σαν πρόσφυγας. Ένιωσα ξένη. Και χωρίς οικογένεια, καθώς φίλοι και γνωστοί, καθώς και ο αδερφός μου και τα ανίψια μου ζούσαν μόνιμα στην πρωτεύουσα.

Και πήρα τη μεγάλη απόφαση. Ξεσηκώθηκα να γυρίσω πίσω στην Αθήνα τη γενέτειρά μου, πίσω στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, κάτι σαν μια τεράστια τρύπα νοσταλγίας άνοιξε μέσα στα σωθικά μου και είπα, θα πάω να μείνω στο σπιτάκι μου που είναι ολοδικό μου, που είναι στο κέντρο της πόλης, και πέταξα πρώτα από όλα το αυτοκίνητο- έχω ευτυχώς τα ποδαράκια μου και τα ΜΜΜ) και ξεκουμπίστηκα κι έκανα τη μετακόμιση-βουνό: Είχα να κουβαλήσω δύο ολόκληρα νοικοκυριά σε ένα μικρό διαμέρισμα 56 τετραγωνικών, πού να χωρέσουν όλα αυτά τα θηρία από ξύλο καρυδιάς, καναπέδες και πολυθρόνες και τραπέζια ροτόντα και ξύλινο κρεβάτι με ουρανό, και τζάτζαλα μάτζαλα, κουζινικά, σεντόνια, παπλώματα, κουβέρτες, ριχτάρια, τραπεζομάντηλα, κλπ.κλπ.). Σε πρώτη φάση λοιπόν πήγα κι αγόρασα από το ΙΚΕΑ καινούργιο καναπέ-κρεβάτι και υπέρδιπλο κρεβάτι και μετέφερα στην νέα μου φωλίτσα τα μίνιμουμ και πιο αναγκαία.


Και νάμαι πάλι Αθηναία, στις 22 Δεκεμβρίου 2022. Ανήμερα Χριστούγεννα οικογενειακή συγκέντρωση στο σπίτι της μητέρας των ανιψιών μου, που είχε επιστρέψει κι αυτή προσφάτως από την ξενιτειά στην Αθήνα. Μαζεμένη λοιπόν όλη η οικογένεια, ο αδερφός μου, τα τρία παιδιά του κι ανίψια μου με τις γυναίκες και τις συντρόφισσές τους, με τα παιδιά τους τα μικρανήψια μου παιδάκια και βρέφη, μαζευτήκαμε καμιά εικοσαριά νοματαίοι, σαν τις παλιές καλές εποχές στο παλιό μας σπίτι στα Εξάρχεια με τις μαζώξεις θειών, θειάδων, ξαδέρφων, παππούδων , γιαγιάδων κλπ.κλπ., μεγάλες οικογένειες τότε, από δυό παιδιά τουλάχιστον η κάθε οικογένεια. Τόσες δεκαετίες μετά, τα Χριστούγεννα του 2022 ήταν ευλογία. Παιδιά και σκυλιά, γέλια και χαρές, αγκαλιάσματα, παιδικά πρόσωπα και βρεφικά τεράστια ολάνοιχτα μάτια να σε κοιτάζουν ασκαρδαμυκτί που λένε, χωρίς να ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα, και να σου τραβάνε τη μύτη να τη βγάλουν, και νάσου να ανοίγουν τα πακέτα των δώρων ο ένας για τον άλλον, και νάσου τα ξεφωνητά θαυμασμού, και νάσου οι ευχές και οι ευχαριστίες. Κι έπειτα καθισμένοι όλοι στο μεγάλο στρογγυλό ξύλινο τραπέζι να μυρίζει η ψητή γαλοπούλα και οι πατάτες στο φούρνο και τα υπόλοιπα εδέσματα.

Αχ τι όμορφα που ήταν! Ξανάγινα παιδί, γύρισα πίσω τα ρολόγια και πάτησα εγώ ο πλάνητας το πόδι μου πάλι στην πάτρια γη. Και πέρασε όλος εκείνος ο χρόνος στην άγνωστη πατρίδα μου, με σινεμά και συναυλίες και συναντήσεις με παλιούς αγαπημένους φίλους και γνωστούς («αγνώστους») σε άγνωστα στέκια του κέντρου, με περιπάτους στο Μοναστηράκι, στο Θησείο, στα πόδια της Ακρόπολης, στο Σύνταγμα, στο Λυκαβηττό.

Σα γάργαρο νεράκι κυλούσε ο χρόνος, πυκνός, γεμάτος νέες εμπειρίες, σαν ένα παλιό καλό κρασί.

Γκύζη, οδός Παράσχου. Οριστική εγκατάσταση, αρχές Ιουνίου 2023. Το μισό και βάλε νοικοκυριό μου το χάρισα στο μεγάλο σπίτι της Σύρου. Έπιπλα από καρυδιά, τζάτζαλα μάτζαλα, παπλώματα, σεμεδάκια κεντήματα, ρούχα, παπούτσια, σεντόνια. Πέταμα των μισών βιβλίων της βιβλιοθήκης. Ευτυχώς, ότι κουβάλησα στη δεύτερη και οριστική μετακόμιση, χώρεσε μια χαρά στο διαμερισματάκι μου. Και το μπαλκόνι έγινε ένας μικρός παράδεισος με δέντρα και λουλούδια όπου μαζεύονται πουλιά. Και ξεκινάω το μεγάλο μου ταξίδι μιας δεύτερης νέας ζωής.  Πεδίον του Άρεως, Εθνικός Κήπος, Ζάππειο, Μουσείο. Την λάτρευα της Αθήνα χωρίς να τη γνωρίζω.

Τώρα που την περπατάω, τώρα που τη ζω, τώρα που την αισθάνομαι, τη ρουφάω σαν νέκταρ θεϊκό! Αυτά προς το παρόν.

Καλές γιορτές με αγάπη και με τους δικούς μας ανθρώπους. Κι ευχές να τερματιστούν οι πόλεμοι, ευχές για ειρήνη στον κόσμο.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)


12/08/20

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Ο «Κοσμοκαλόγερος»


« Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νούς σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»)

Έπρεπε να γίνω μεσήλιξ για να προκόψω να διαβάσω Παπαδιαμάντη. Στο σχολείο, τότε που επήγαινα, δεκαετία του ’60-’70, δεν μαθαίναμε λογοτεχνία, ούτε ξένη ούτε βέβαια και ελληνική. Δυστυχώς. Έζησα και στην εποχή των γλωσσικών νεωτερισμών, όταν είχε απαξιωθεί οτιδήποτε ήταν γραμμένο σε γλώσσα λόγια, αρχαϊζουσα ή καθαρεύουσα. Πες το προκατάληψη, πες το δυσκολία κατανοήσεως της ιδιαζούσης γλώσσας των παλαιών Ελλήνων συγγραφέων. Κυρίως όμως, έζησα λίγο πριν και λίγο μετά την εποχή του «μοντερνισμού». Όπου απαξιώναμε μεγάλους ανθρώπους, και μεγάλα πνευματικά μυαλά, όντας «μικροί», τουτέστιν μικρονοϊκοί, για να τα κατανοήσουμε.


Έ λοιπόν, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να ενσκήψω στα γραπτά του «κοσμοκαλόγερου», του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του μεγαλύτερου ίσως Έλληνα συγγραφέα, η αξία του οποίου ευτυχώς έχει αναγνωριστεί και ελπίζω να τον κάνουν μάθημα σήμερα στα γυμνάσια και στα λύκεια.

Σίγουρα αυτή η παράξενη ιδιωματική του γλώσσα, με απωθούσε και με δυσκόλευε. Πλην όμως, όταν εισχωρεί κανείς με ανοιχτό μυαλό σ’ αυτή την άλλη γλώσσα, τόσο διαφορετική από την σημερινή νεοελληνική, να την συνηθίσει και να αρχίσει να μπαίνει σ’ αυτόν τον άλλο κόσμο, τον «παπαδιαμάντειο», μένει ενεός από την αλλόκοτη γοητεία που εκπέμπουν οι λέξεις, οι εικόνες και οι ιστορίες, ενός πολιτισμού που χάθηκε μέσα στη γρήγορη εναλλαγή των εποχών και των αιώνων που ακολούθησαν. Και όμως. Έχει μείνει ατόφιος ο πυρήνας εκείνου του πολιτισμού των αξιών, της ηθικής, της αγνότητας και της αθωότητας μιας κοινωνίας ακόμα παρθένας από τα κάθε είδους δήθεν και τα ψευδεπίγραφα, άνευ περιεχομένου, σύγχρονα πονήματα, τα μπερδεμένα με την ματαιοδοξία, την έπαρση και την επιπόλαια τυχαιότητα της μαζικής λεγόμενης «κουλτούρας». Του «δεν πουλάει» άρα δεν είναι καλό, του «είναι καλό ό,τι θέλει ο πελάτης», της διαφήμισης, της αυτοδιαφήμισης και της ανόητης αυτοπροβολής.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μίλησε ίσια στην καρδιά μου. Μου μίλησε για τους φτωχούς καθημερινούς ανθρώπους της εποχής εκείνης, όπου οι άνθρωποι δεν είχαν τίποτε από τις σημερινές ανέσεις, και δεν ζητούσαν τίποτε άλλο παρά μόνον τα αναγκαία για την επιβίωση. Μια επιβίωση δύσκολη, κοπιώδη. Μου μίλησε επίσης για την ανθρωπιά, με έναν τρόπο παιγνιώδη και λεπτεπίλεπτα χιουμοριστικό, όπου κάθε ιστορία και κάθε εικόνα είναι μια γυμνή ζωγραφιά της ίδιας της ζωής.

Δεν θα πω τίποτε άλλο. Θα σας αφήσω-θα σας καλέσω-να εισχωρήσετε κι εσείς σ’ αυτόν τον κόσμο, «το μικρό, το μέγα», του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Κι αν σας ξενοφανεί η γλώσσα του, αν στην αρχή σας δυσκολέψει η ανάγνωση των διηγημάτων του, κάντε λίγο υπομονή και μην τον παρατήσετε. Συνεχίστε και δεν θα το μετανιώσετε. Είναι ένας ταπεινός θησαυρός, ένα διαμάντι που θα πλουτίσει και θα ομορφύνει την ψυχούλα σας.

Με αφορμή τα φετινά Χριστούγεννα, παράξενα και κάπως θλιβερά, θα δημοσιεύσω μερικές από τις Χριστουγεννιάτικες ιστορίες του, για να μπούμε στην ατμόσφαιρα των δικών μας Χριστουγέννων, μιας παλιάς εποχής που εμείς οι νεοέλληνες δεν τη ζήσαμε, αλλά εκφράζει τις ρίζες του πολιτισμού μας.

 Σε πρώτη φάση, ιδού ένα μικρό δείγμα της συγκλονιστικής γραφής του, από την εισαγωγή του στο διήγημα «Η Γλυκοφιλούσα».


 «Ο οικίσκος να είνε κτισμένος επί βράχου υψηλού, επί του μόνου υψηλού βορεινού βράχου του προσφιλούς εις τας αναμνήσεις μου. Εκεί απλούται ατελείωτον το πέλαγος ανά την αχανή έκτασιν από ακτής έως ακτής και από κόλπου έως κόλπου, και χαμηλόνει ο ουρανός εις την μίαν άκρην την απωτέραν, διά να περιπτυχθή εγγύτερον την εσχατιάν των θαλασσών, ο σάπφειρος φιλών τον σμάραγδον, το βαθύχλωρον αντασπαζόμενον το γλαυκόν. Φυσά ο Καικίας κατερχόμενος από τα βουνά της Θράκης, και ο Βορράς παγερός αποσπάται μυριοπτέρυγος από τον νεφελοσκεπή και χιονοστέφανον Άθω, και ο Αργέστης ριγηλός καταβαίνει από τον γεραρόν Όλυμπον φρίσσει το κύμα εις την επαφήν της ψυχράς πνοής, φρικιά ο πορφυρούς πόντος από την κραταιάν αύραν, ρυτιδούται η θάλασσα από την αλλεπάλληλον ραγδαίαν ριπήν, αγριαίνει το πέλαγος, ωρύεται μανιωδώς η καταιγίς, ρήγνυται το κύμα εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους. Συννεφούται ο ουρανός από τας μαύρας κάπας των θυελλών τας πορευομένας επάνω του, φαεινός στύλος προκύπτει εν ακαρεί εν μέσω αχανούς κυκεώνος μελανών στροβίλων· ιδού η ακτίς θα διώξη το έρεβος· η γαλήνη θα εξώση τον τυφώνα. Ο φαεινός στύλος ήτο σίφων τρομακτικός, σχεδόν υπερφυές θέαμα, το οποίον ερρίζωσεν εν ριπή επί της θαλάσσης και εκορυφώθη έως εις τον ουρανόν.




Ο σίφων εξερράγη, ραγδαίος όμβρος έλουσε καταπληκτικώς την γην και τους βράχους και τους αιγιαλούς, ο άνεμος συνεμαζεύθη εις τα άντρα και τας αγκάλας, η Σκοτεινή Σπηλιά ηχεί παρατεταμένως, μυστηριωδώς από την κοπείσαν κολοβήν πνοήν του ανέμου, από απειλήν νέας μανίας λυσσωδεστέρας της πρώτης, από της φοβεράς εν τη σιωπή συνωμοσίας των στοιχείων. Το Κακόρεμμα αντηχεί διακεκομμένως από την δάνειον ιαχήν της λαίλαπος, από την καταρρακτώδη κάθοδον του χειμάρρου. Η Νηρηίς ανήλθεν από το υποβρύχιον άντρον της, ανέβη εις το απάτητον ύψος του αιχμηρού προβλήτος, και άτρωτος αυτή από τον όμβρον και τον άνεμον, θεωρεί μειδιώσα την πάλην των στοιχείων. Ο Τρίτων κολυμβών κάτω εις την ρίζαν του βράχου, ανίσχει την κεφαλήν έξω του κύματος, και προβλέπει ερωτικώς την υψιβάτιδα και ασύλληπτον δι' αυτόν άσπλαγχνον νύμφην. Ο ταύρος του Θεοδόση ο μονόκερως, ο φιλέρημος και μελαγχολικός, καταβάς προ μικρού διά να κάμη τον συνήθη περίπατόν του κάτω εις το βαθύ ρεύμα, το κατερχόμενον δι' ελιγμών και βράχων και καταρρακτών εις τον μικρόν Γιαλόν, εξέβαλεν ένα θρηνώδη μυκηθμόν, είτα έμεινεν εξηπλωμένος, απαθής, ακίνητος, δεχόμενος επί των νώτων όλον τον κρύον λουτήρα της καταιγίδος. Εάν έβλεπέ τι, έβλεπε τας ασπρομαύρους καλικατζούνας, μεγαλοθαλάσσια όρνεα, τα οποία επί των ανεχόντων μέσω του κύματος σκοπέλων, εις απόστασιν οργυιών τινων από της ξηράς, πολλοί εξέλαβον μακρόθεν ως γυναίκας ανασφιγγωμένας και ασπρομαυροβολούσας, αίτινες ησχολούντο να βγάλουν πεταλίδας, κύπτουσαι επί των βράχων. Αλλ' ήτο αδιάφορος και προς το θέαμα τούτο, ως και προς όλα τα λοιπά.


Δύο γίδες του Στάθη του Μπόζα είχον λείψει την πρωίαν εκείνην από τον μικρόν αιπόλον. Είχαν εκπέσει αποπλανηθείσαι, και είχαν βραχωθή κάτω εις την στενήν πετρώδη κόγχην την σχηματιζομένην κατέμπροσθεν και υποκάτω από το ιερόν βήμα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης. Η κόγχη εκείνη ήτο και δεν ήτο εσοχή, ήτο και δεν ήτο σπήλαιον. Σπήλαιον αστεγές και εσοχή σιγανή. Ηωρείτο επάνω της αβύσσου, έχασκεν άνωθεν του πόντου. Κάτω βράχος χιλίων εκατογχείρων αγκάλιασμα, κρημνός μόνον εις νυκτερίδας και εις γλαύκας βατός. Εις την ρίζαν του βράχου το κύμα, πολλών οργυιών βόλισμα, φωκών κολύμβημα και καρχαριών. Δεν ήτο δυνατόν να βάλη τις εις τον νουν του, ότι ηδύνατο άνθρωπος να καταβή εις την φοβεράν εκείνην αιώραν, διά ν' ανασύρη τας αποπλανηθείσας. Αι δυο βραχωμέναι αίγες συνειθισμέναι ν' αναρριχώνται εις όλους τους κρημνούς, ν' αναπηδώσιν επάνω εις όλα τα χαλάσματα, εις όλους τους ρέποντας και καταρρέοντας τοίχους, δεν είχον εννοήσει ότι έπεσαν εις παγίδα, την οποίαν ο δαίμων της αβύσσου είχε στήσει δι' αυτάς. Ησθάνοντο και αυταί, ως άλογα κτήνη όπου ήσαν, ότι δεν ήτο δυνατόν να γλυτώσουν από εκεί όπου ήσαν βραχωμέναι.

Αφού έφαγαν εις μίαν ώραν όλην την κάππαριν και όλα τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, όσαι ήσαν φυτρωμέναι εκεί, έβλεπαν καλώς ότι, διά να ξαναβοσκήσουν, έπρεπε να περιμείνουν εβδομάδας ή μήνας τινας, εωσού ξαναφυτρώσουν πάλιν άλλη κάππαρις και άλλα κρίταμα. Τούτο το έπαθαν διά να έχουν την κακήν συνήθειαν να μη ζητούν ποτέ την άδειαν του αιπόλου, εις όλας τας κινήσεις των και τα σκιρτήματά των. Και διά να μάθουν άλλην φοράν, αν επιθυμούσαν ν' αρμυρίσουν, να ευρίσκουν άλλον δρόμον διά να καταβαίνουν κάτω εις την άμμον του αιγιαλού. Αλλά τώρα ήτο πολύ αμφίβολον αν θα εγλύτωναν, διά να βάλουν γνώσιν δι' άλλοτε…»

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο ίδιος σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ιστορεί τη ζωή του:


«Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ' ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτῆρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας.»

Παρόλο που γενικά στη ζωή του φαινόταν απλησίαστος, παρόλο που του άρεσε η μοναξιά και η απομόνωση και δεν έπιανε εύκολα φιλίες, στο Περιοδικό "Νέα Εστία" (Χριστούγεννα 1940) διαβάζουμε για εκείνους που πλησίαζε και φανέρωνε τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο:[8]". Ελάχιστοι ήταν οι φίλοι του, όπως ο συγγραφέας και ερευνητής Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης και ένας δυο άλλοι. Ακόμα και προς το Βλάση Γαβριηλίδη, που του στάθηκε ως πατέρας και τον ενθάρρυνε και τον βοηθούσε πάντα σε κάθε δύσκολη στιγμή, δεν έδειξε την αγάπη, που ίσως, θα έπρεπε να δείξει.[εκκρεμεί παραπομπή] Του άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητά την πνευματική ανακούφιση ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον ποιητικότατο πεζό του λόγο, στα διάφορα διηγήματά του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του.


Αυτός ο περίεργος και απόκοσμος τρόπος ζωής, με την παράλληλη προσήλωσή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τη λειτουργική της παράδοση, τον έκανε να μοιάζει με κοσμοκαλόγερο. Συνήθιζε να ψάλλει στον Ι. Ναό του Αγίου Ελισσαίου ως δεξιός ψάλτης.

Η ζωή του Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, ενώ παράλληλα χειροτέρευε και η υγεία του. Απεβίωσε τον Ιανουάριο του 1911. Η κηδεία του τελέστηκε μέσα στο πένθος όλων των απλών ανθρώπων του νησιού. Με την είδηση του θανάτου του, το πένθος έγινε πανελλήνιο. Το 1936 ο Γιώργος Κατσίμπαλης ετοίμασε την πρώτη βιβλιογραφία του, ενώ ξεκίνησε από τους Έλληνες λογοτέχνες η συστηματική κριτική του έργου του, άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική. Αν και η βιβλιογραφία γύρω από τη ζωή του είναι τεράστια, τόσο σε έκταση όσο και σε ποικιλία, σοβαρά κριτικά άρθρα, τα οποία να απορρέουν από μια αντικειμενική μελέτη του έργου του, δεν υπάρχουν ως το 1935.

Η καθαρεύουσα, που χρησιμοποιεί, σπάνια γίνεται δυσνόητη, γιατί διαπνέεται από τον κραδασμό και τη θέρμη του πλέον ευσυγκίνητου ανθρωπισμού. Ωστόσο, σιγά-σιγά απλοποιούσε τη γλώσσα, βάζοντας περισσότερα λαϊκά στοιχεία, και λίγο πριν το θάνατό του έγραψε και διηγήματα στη δημοτική.

 


Για εμένα

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1952. Σπούδασα Ιστορία - Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκα στο Υπουργείο Πολιτισμού ως αρχαιολόγος από το 1977 ως το 1983. Παράλληλα με την εργασία μου σπούδασα θέατρο στη Σχολή Ευγενίας Χατζήκου και συμμετείχα σε παραστάσεις ερασιτεχνικών θεατρικών θιάσων.

Από το 1984 εργάστηκα ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες ΑΥΓΗ, ΠΡΩΤΗ, Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Το 1985 παίρνω το πρώτο δημοσιογραφικό βραβείο «Παύλου Παλαιολόγου» για το καλύτερο γυναικείο κείμενο. Αργότερα συνεργάστηκα με τα περιοδικά ΠΑΝΘΕΟΝ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΗΛΕΡΑΜΑ, Mme Figaro, ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑ, στα οποία είχα την ευθύνη της αρχισυνταξίας και την επιμέλεια του ελεύθερου ρεπορτάζ. Συνεργάστηκα επίσης ως ρεπόρτερ με την τηλεόραση του ΑΝΤ1 και με ραδιοφωνικούς σταθμούς (ΤΟP FM, 9.84 κ.α.). Κατά τη δημοσιογραφική μου καριέρα, ασχολήθηκα με την ελεύθερη έρευνα, πολιτιστικά, κοινοβουλευτικό και πολιτικό ρεπορτάζ.

Εργάστηκα ως συντάκτης πολιτικού ρεπορτάζ, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων-(ΑΠΕ-ΜΠΕ). Έχω γράψει τα βιβλία «Ψάχνοντας για τη Μόνικα», «Η σκιά της άλλης» και «Μινώκερος», τα οποία εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ. Έχω κάνει πολλές επιμέλειες βιβλίων.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια ζω μόνιμα στη Σύρο και συνεργάστηκα με την εφημερίδα «Ο ΛΟΓΟΣ των Κυκλάδων».