(ένα ποίημα της Αλκμήνης Ψιλοπούλου από την ανέκδοτη συλλογή "Τα ασήμαντα")
Σιωπηλή σε μια
Σκοτεινή γωνιά
Περιμένει η κούκλα τα χέρια που την κράτησαν.
Τα μάτια της βλέπουν πίσω
Απ’ το σκοτάδι
Γυάλινα
Σε πείσμα των περασμένων χρόνων.
Σήμερα έχεις γενέθλια
Μου λέει
Εγώ γεννήθηκα δυό χρόνια πριν.
Θυμάσαι τι λαμπερή που ήμουν
Πώς έφεγγαν τα μάτια σου
Όταν με κοιτούσες
Πώς χάιδευαν τα δάχτυλά σου
Τα σγουρά μαλλιά μου.
Τώρα δεν ξέρω πώς παίζουν τα κοριτσάκια.
Στο πάρκο εμείς κοιμόμασταν δίπλα στη βρύση
Κι ακούγαμε το κελάρυσμα του νερού
Το κελάηδημα του κότσυφα
Που αργότερα σε γνώρισε
Και σου τραγούδησε στο μπαλκόνι
Να ζήσεις, είπε, χίλια χρόνια
Μα δεν μπορείς τόσο πολύ
Χωρίς εμένα.
Δεν ξέρει εκείνος τι πάει να πει χρόνος
Παρόν
Μέλλον
Παρελθόν.
Το παρελθόν
Θυμάσαι
Δίπλα στη βρυσούλα με αγκάλιαζες
Με φίλαγες
Μια τρυφερή σάρκα πάνω
Στο παγωμένο στόμα μου
Και δεν μπορούσες να ξέρεις
Πόσο κι εγώ σε αγαπούσα.
Τώρα τα χρόνια πέρασαν
Οι μνήμες είναι σφαίρες αμέτρητες
Και μου τρυπούν τα κόκκαλα
Τα μάτια μου γέρασαν
Έσπασε η βρύση του πάρκου
Διαμελίστηκαν τα πόδια μου
Τα δάκτυλά μου κόπηκαν
Εκεί σε μια σκοτεινή γωνιά
Στην αποθήκη του μυαλού σου.
Τώρα είμαι μια κούκλα σπασμένη
Που στέκει στο σκοτάδι περιμένοντας
Τους παλιατζήδες.
Αντίο.
Θα με ξανάβρεις στο κινητό σου.
(28/4/2026)



0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου