Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιγράμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιγράμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3/31/23

*Επιτύμβια και επιγράμματα

 

 Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου




 

«Εμείς που ξεκινήσαμε το προσκύνημα τούτο

Κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα

Ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο εύκολα

Πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους

Και μια δική του δικαιοσύνη.

Πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε

Μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι

Ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,

Οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τον κύκλο και αναστήθηκαν

Και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία»

(Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα ΚΑ΄)

 


Κι εμείς οι ταπεινοί θνητοί, σήμερα ακόμα στην αυγή μιας άλλης εποχής, στεκόμαστε έκθαμβοι μπροστά σας.

Στεκόμαστε μπροστά στο απόμακρο πέτρινο βλέμμα σας, στη γλυκόπικρη θλίψη που αποπνέετε, στο όμορφο ασάλευτο πρόσωπό σας και στο σώμα, καθιστό, στο χέρι που αποχαιρετάει το χέρι του θνητού,  και φεύγουμε και πάμε να σας συναντήσουμε σε κείνους τους άλλους κόσμους, τότε που περπατούσατε στις στράτες της ζωής, τόσους αιώνες τα βήματά σας σχεδόν αχνοφαίνονται στα χωμάτινα μονοπάτια του Κεραμεικού και στα Μουσεία της Αθήνας και του Πειραιά.

Με αυτό το μικρό αφιέρωμα προσπαθούμε να σας τιμήσουμε και να σας θυμηθούμε μέσα από τη λιτή και απέριττη μορφή που σας έδωσε ο αρχαίος καλλιτέχνης, για να είσαστε παρόντες για πάντα, στους αιώνες.

 


**«Ο χρόνος όλα τα φέρνει.  Των χρόνων το πέρασμα ξέρει

Ν’ αλλάζει

Τα ονόματα, τις μορφές, τη φύση, την τύχη» (Πλάτων)

 

«Έχοντας μ’ άσβεστη δόξα κοσμήσει τη φίλη πατρίδα

Το σκοτεινό περιβλήθηκαν σύννεφο του θανάτου.

Δεν πέθαναν με το θάνατο, γιατί η αντρειοσύνη τους

Πάνω τους ανεβάζει απ’ τα δώματα του Άδη» (Σιμωνίδης ο Κείος)

 


«Δάκρυα για την Εκάβη και τις γυναίκες του Ιλίου

Απ’  την ώρα της γέννας τους κλώσαν οι Μοίρες.

Μα εσένα Δίωνα που θριάμβεψες σ’ έργα ωραία

Οι θεοί σκόρπισαν τις μεγάλες σου ελπίδες.

Τώρα στη μεγάλη πατρίδα σου κείτεσαι Δίωνα,

Τιμημένος απ’ τους πολίτες,

Αχ εσύ που την καρδιά μου τρέλανες μ’ έρωτα» (Πλάτων)

 


«Πρώτα στους ζωντανούς ανάμεσα έλαμπες

Αστέρι Αυγερινός.

Τώρα που πέθανες στους πεθαμένους λάμπεις Αποσπερίτης» (Πλάτων)

 

«Της Τιμάδας η τέφρα ετούτη, που πριν παντρευτεί,

Νεκρή

Την εδέχθη ο σκοτεινός θάλαμος της Περσεφόνης.

Οι φίλες της όλες σαν μίσεψε, πάνω απ’ τον τάφο της,

Κόψαν τις ωραίες

Πλεξούδες τους με νοτισμένο μαχαίρι» (Σαπφώ)

 




Αγνώστων

«Πέθανα μα σε αναμένω. κι εσύ κάποιον άλλον θα περιμένεις.

Όλους το ίδιο

Ο Άδης δέχεται τους θνητούς» (αγνώστου)

 

«Πάψε να ζωγραφίζεις έμβολα και κουπιά πά στο μνήμα

Και την ψυχρή τέφρα μου. Ο τάφος

Είναι ναυαγού. Γιατί να θυμίζεις σ’ αυτόν πούναι

Κάτω απ΄το χώμα το φάγωμά του απ’ το κύμα;» (αγνώστου)

 


«Η Αβρότονον ήμουν, από τη Θράκη.

Μα λέω πως γέννησα της Ελλάδας τον μέγα Θεμιστοκλή».(αγνώστου)


«Στην πλάκα αυτή από κάτω κείτομαι,

Γυναίκα τιμημένη,

Που σ’ έναν άντρα μοναχά έλυσα τη ζώνη μου» (αγνώστου)

 

«Δυστυχισμένος τρεις φορές εγώ που σφάχτηκα εδώ πέρα

Απ’ άγριο ληστή, και κείμαι δίχως να με κλαίει κανείς» (αγνώστου)

 

*Λίγα λόγια για τα επιτύμβια και τα επιγράμματα

Τα επιτύμβια ανάγλυφα ή επιτύμβιες στήλες ήταν συνήθως μαρμάρινα ή λίθινα, στηρίζονταν σε μία κυβική βάση και στήνονταν πάνω στον τάφο ώστε να κάνουν ορατό το σημείο ταφής και αφετέρου για να αναγράφονται επάνω τα στοιχεία του νεκρού. Οι στήλες αυτές μπορεί να ήταν απλά ενεπίγραφες ή διακοσμημένες με τη μορφή του νεκρού ή με παραστάσεις σχετικές με τη ζωή του και στόχο να διαιωνίσουν τη μνήμη του νεκρού. Συχνά αποδίδονταν μαζί και με κάποιο άλλο πρόσωπο ζωντανό ή νεκρό. Ο νεκρός συχνά παριστάνονταν είτε σε κάποια ασχολία της καθημερινής ζωής, είτε καθιστός ανάμεσα σε αγαπημένα του πρόσωπα. Στις περισσότερες επιτύμβιες στήλες ο νεκρός αποχαιρετά τους οικείους του με χειραψία. Η χειραψία αυτή ονομάζεται δεξίωση. Το στοιχείο που τον ξεχωρίζει από τους ζωντανούς είναι το βλέμμα του που χάνεται κάπου μακριά χωρίς ποτέ να συναντά αυτό των προσφιλών του προσώπων. (http://photodentro.edu.gr/)

Το επίγραμμα, αν κι έζησε πολύ περισσότερο από το Έπος και το Δράμα, αν κι έφτασε ώς εμάς πιο άρτιο, εκτεταμένο και συστηματοποιημένο από τα άλλα είδη της λυρικής ποίησης, παραμένει ακόμα ένας τόπος άγνωστος στους πολλούς, αν εξαιρέσουμε το « Ὦ ξεῖν´, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις… » Η πολύ περιορισμένη σχολική του διδασκαλία και οι μεταφράσεις που κατά καιρούς γίνονται δεν αρκούν για να συνειδητοποιηθεί η αξία του, παρά το ότι ήταν από τις κυριότερες εκφράσεις της ελληνικής ποίησης από τους Αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού.

Για το επίγραμμα χρησιμοποιήθηκε το ελεγειακό δίστιχο, δηλ. ένας στίχος σε δακτυλικό (ηρωϊκό) εξάμετρο κι ένας σε δακτυλικό πεντάμετρο. Ο πρώτος, ο στίχος των Ομηρικών επών, μπορούμε γενικά να πούμε ότι ήταν, στα επιτύμβια επιγράμματα, ένα θριαμβικό προανάκρουσμα σχετικά με τις αρετές και τη δόξα του νεκρού. Ο δεύτερος ήταν ο στίχος του θρήνου• με τις τομές που είχε, η φωνή διακοπτόταν έτσι που να δίνεται η εντύπωση του λυγμού.

Με τον καιρό το επίγραμμα ξέφυγε από τα στενά πλαίσια της αποκλειστικά επιτάφιας επιγραφής. (Βικιπίντια)

 

**( Τα επιτύμβια επιγράμματα είναι από την συλλογή  «Παλατινή Ανθολογία» σε μετάφραση του Ανδρέα Λεντάκη)

 

 

 

 

 

 

 


6/27/22

ΔΩΔΕΚΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ (από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή "Οι έφηβοι των Αθηνών" της Αλκμήνης Ψιλοπούλου)


 
1

Για μια στιγμή

Η ευτυχία

Έρχεται

Αλλάζει όνομα και φεύγει.

 

2

Μέτρα

Ένας

Δύο

Τρεις

Τέσσερεις τοίχοι

Χαραγμένοι με μνήμες και θάνατο.

Μέτρα

Μια

Δυό

Τρεις

Τέσσερεις μέρες

Χαραγμένος ο χρόνος με μνήμες και θάνατο.

Γυμνός ο καιρός

Το κρεβάτι

Το παράθυρο με τις ελπίδες.

 


3

Υπομονή.

Στο παλιό μας σπίτι

Θα ξανασυναντηθούμε

Θα δούμε αγγέλους βαλσαμωμένους

Κάτι σημάδια

Από τα τσόκαρα της γιαγιάς

Ένα ξεροκόμματο

Παρατημένο στο παράθυρο.

Και τα πουλιά τα παραμύθια

Θα μας περιμένουν

στη γριά φωτιά στο τζάκι

Με τα σκελετωμένα χέρια.

 

4

Ρίζωσε κάπου στην αυλή ένας πλάτανος

Έθαψε τα παράθυρα

Έδιωξε τα παιδιά.

Παραπονεμένη η ζωή

Ψάχνει από πόρτα σε πόρτα

Από δεκάρα σε δεκάρα

Μια φωλιά για τον αλήτη

Μια  τρύπα για τον ωραίο φονιά

Ένα κλειδωμένο βιβλίο για τον έμπορο.

 

5


Ψάξε, ψάξε για το αύριο.

Ένας  ύπνος μουρμουρίζει παραμύθια

Μέσα στο σβησμένο τζάκι του πρόσφυγα.

Ψάξε, ψάξε για τον άνεμο.

Στα λιμάνια είναι μια γυναίκα

Που ταξιδεύει από άντρα σε άντρα.

 

6

Αν λες αλήθεια

Θαρθώ να ακουμπήσω τους αγκώνες στο παράθυρο

Να τραγουδήσω το φώς.

Θα φτάσω μέχρι τις ρίζες των δέντρων

Για να καρφώσω εκεί τα χέρια σου

Για πάντα.

Σήμερα ακούμπησα τους αγκώνες στο παράθυρο

Έφτασα μέχρι τις ρίζες των δέντρων

Καρφώνοντας τα χέρια σου εκεί

Μνημείο για πάντα της αγάπης.

 


7

Και το ρολόι

Στεγνό

Μας προδίδει.

Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι

Είναι κι ο χρόνος που φεύγει

Στην αγωνία της νύχτας

Αγρύπνια

Δίχως σύνορα

Δίχως αστέρι να μας οδηγήσει.

Δεν πειράζει

Μάθαμε και χωρίς  αστέρι.

 

8


Στο περιβόλι σου

Υπάρχει θέση για όλους

Για τους ανθρώπους

Για τα σκυλιά.

Σκύβεις στην καρδιά σου

Και τα βλέπεις όλα

Τους ανθρώπους

Τα σκυλιά.

Σκύβεις στην κραυγή σου

Πέφτεις μέσα

Και πνίγεσαι.

 

9

Ήρθες κοντά μου μια στιγμή

Και μετά πάλι πίσω

Δικοί σου είν’ όλοι αυτοί οι λυγμοί

Πώς να τους εμποδίσω.

Η νύχτα κομματιάζει τη στιγμή

Ρωγμές τα λόγια σου στον τοίχο

Τουφέκισα το αντίο

Για να γυρίσω

Στη γνώριμη σιωπή.



10

Ένα παιδί

Χτυπάει το τζάμι

Της μεγάλης γνώσης

Ας μην ανοίξει θεέ μου

Τούτο το παράθυρο.

 

 

 

 

 

11

Αντίο στιγμή

Πόσο ήσουνα βιαστική

Σαν όραμα τρελή

Αντίο χαρά

Το πράσινο μαντήλι σου ανεμίζει

Κι εγώ

Ο ταγμένος σ’ αυτό τον κόσμο

Σε χαιρετώ.

 

 

 

 


12

Η γη μας μικρή

Και το μπόι του ανθρώπου σκαλισμένο στην πέτρα

Ακούγοντας για το χτες και κοιτώντας το

Γυρνώντας το βλέμμα στις ρυτίδες της γης.

Παραμύθια παλιά λέμε τώρα

Που τ’ ακούν οι γονείς μας και κλαίνε.

Ξεχασμένες γωνιές και σεντούκια της μνήμης

Λείψανα όλμων που κανείς δεν κοιτάζει.

Κι όμως για σκέψου

Πόσες κηλίδες άφησαν στον ουρανό

Αυτά τα παραμύθια.

 

 

 

13

Η νύχτα μας συμβούλεψε

Να ξεχάσουμε

Μα εμείς ξεχάσαμε τη λησμονιά.

Γαλήνη

Ωραία θεά

Σε χάσαμε

 

  


Για εμένα

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1952. Σπούδασα Ιστορία - Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκα στο Υπουργείο Πολιτισμού ως αρχαιολόγος από το 1977 ως το 1983. Παράλληλα με την εργασία μου σπούδασα θέατρο στη Σχολή Ευγενίας Χατζήκου και συμμετείχα σε παραστάσεις ερασιτεχνικών θεατρικών θιάσων.

Από το 1984 εργάστηκα ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες ΑΥΓΗ, ΠΡΩΤΗ, Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Το 1985 παίρνω το πρώτο δημοσιογραφικό βραβείο «Παύλου Παλαιολόγου» για το καλύτερο γυναικείο κείμενο. Αργότερα συνεργάστηκα με τα περιοδικά ΠΑΝΘΕΟΝ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΗΛΕΡΑΜΑ, Mme Figaro, ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑ, στα οποία είχα την ευθύνη της αρχισυνταξίας και την επιμέλεια του ελεύθερου ρεπορτάζ. Συνεργάστηκα επίσης ως ρεπόρτερ με την τηλεόραση του ΑΝΤ1 και με ραδιοφωνικούς σταθμούς (ΤΟP FM, 9.84 κ.α.). Κατά τη δημοσιογραφική μου καριέρα, ασχολήθηκα με την ελεύθερη έρευνα, πολιτιστικά, κοινοβουλευτικό και πολιτικό ρεπορτάζ.

Εργάστηκα ως συντάκτης πολιτικού ρεπορτάζ, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων-(ΑΠΕ-ΜΠΕ). Έχω γράψει τα βιβλία «Ψάχνοντας για τη Μόνικα», «Η σκιά της άλλης» και «Μινώκερος», τα οποία εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ. Έχω κάνει πολλές επιμέλειες βιβλίων.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια ζω μόνιμα στη Σύρο και συνεργάστηκα με την εφημερίδα «Ο ΛΟΓΟΣ των Κυκλάδων».