Αφιερωμένο στις γυναίκες του Ιράν
(Οδυσσέα Ελύτη από την «Μαρία Νεφέλη»)
Η Μαρία Νεφέλη
Και όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
Έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα
Τιμωρημένη
Ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιό μου ανέβαινε
Δεν ονειρευόμουν-ανέβαινε
Φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
Κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
Όλο δέντρα που έφευγαν βουνά που αλλάζαν όψη
Χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
Σαν εφηβαία-φοβόμουνα και μου άρεσε
Ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
Να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να
χάνομαι…
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσαν λοξά
Και μου χαμογελούσανε.
Κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
Φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
Δεν ήταν σαν τους «κάτω»
Είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια
γαρδένια.
Μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
Και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι «Η Αννέτα με τα σάνταλα».
Ο αντιφωνητής
Κι η καρδιά μου αντίκρυ στα γυμνά βουνά
Ντούκου-ντούκου αντηχούσε καθώς μπενζινοκάϊκο.
Ήτανε στον καιρό του Φύλλου του Γυαλιστερού
Όπου βασίλευαν ο Σάθης κι η Μηριόνη.
Τις νύχτες είχα νόημα-το ’ δινα σ’ όλα τ’ αηδόνια
Κι ήταν ο ύπνος ο γλυκός γιομάτος μισοφέγγαρα
Ρυάκια σε ντό μείζονα για βιόλα ντ’ αμόρε.
Ήτανε μαργαρίτες που τις έτρωγες
Κι άλλες που ανάβανε μες στο σκοτάδι σαν βεγγαλικά.
Μουγκρίζανε οι αφάνες κι έκαναν τον έρωτα.
Κάτω απ΄τα πόδια σου περνούσανε άστρα
Σαν κοπάδια ψαριών και το μπουγάζι
Μπλε βαθύ προχωρούσε στα σπλάχνα σου-
Τι ωραία που ήταν!
Οι άγγελοι με πειράζανε. Πολλές φορές
Συναγμένοι γύρω μου ρωτούσανε:
«τι εστίν πόνος;» και «τι νόσος;» και διόλου δεν
ήξερα.
Δεν ήξερα δεν είχα καν ποτέ μου ακούσει για
Το Δέντρο από όπου μπήκε ο θάνατος στον κόσμο.
Λοιπόν; Ήταν αλήθεια ο θάνατος; Όχι αυτός-ο άλλος
Που θάρθει με το πρώτο κλάμα του νεογέννητου;
Ήταν αλήθεια το άδικο; Η μανία των εθνών; Και ο μόχθος
νύχτα-μέρα;



0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου