5/04/24

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ - Το τραγούδι του κότσυφα

 



Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

Ήταν  Μεγάλη Παρασκευή. Ξαφνικά έπιασε ένας αέρας τρελός. Πέταξε κάτω τις γλαστρούλες με το βασιλικό, με τη λεβάντα και τη γαρδένια. Το δενδράκι που δεν είχε όνομα έγερνε μέχρι κάτω τα κλαδιά του με τα στρογγυλά μικρά φυλλαράκια και τρανταζόταν αναμαλλιασμένο.

Ο κότσυφας μέχρι εκείνη τη στιγμή, εδώ και περίπου ένα μήνα, τραγουδούσε ένα λιμπρέτο που του το είχαν μάθει οι γονείς του. Ήταν τενόρος. Τραγουδούσε τις καντρίλιες του. Τουρουρουρου-τουρουρουρι-ταραρα-ταρα-ρα-ρα. Τραγουδούσε σχεδόν τον ίδιο σκοπό, με κάποιες παραλλαγές κάθε φορά. Τραγουδούσε χαράματα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, χωρίς σταματημό. Το τραγούδι του σκέπαζε κάθε άλλον ήχο τριγύρω, ακόμα και το θόρυβο των αυτοκινήτων που αυτοκτονούσαν αενάως στη Μεγάλη Λεωφόρο. Κανείς δεν καταλάβαινε πού βρισκόταν. Κάπου εκεί κοντά, σίγουρα, ίσως απέναντι, ίσως στο πίσω μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας, δίπλα, λίγο μακρύτερα. Μα πού; Κανείς δεν ήξερε.



Το κορίτσι έβγαινε στο μπαλκόνι, καθόταν στη μπαμπού πολυθρόνα ανάμεσα στη λεμονιά, δίπλα στο μεγάλο φίκο μπεντζαμιν, πήγαινε έπειτα στην άκρη του μπαλκονιού όπου θριάμβευαν τα κατακόκκινα τεράστια λουλούδια του ιβίσκου. Ο κότσυφας δεν σταματούσε το τροπάριό του, το δοξαστικό, το «αι γενεαί αι πάσαι», το «εν υψίστοις». Στη δικιά του γλώσσα, με τη δικιά του παρτιτούρα.

Μα πού είναι; Αναρωτιόταν το κορίτσι. Ήθελε να τον φέρει κοντά της τον κότσυφα, να τον πιάσει στα χέρια της αν ήταν δυνατόν, και να του πει: «Αγαπημένο μου πουλί, έλα να σου χαϊδέψω το μαύρο σου φτέρωμα και το πορτοκαλί σου ράμφος, έλα να κάνεις τη φωλιά σου στο μπαλκονάκι μου κι εγώ θα σου ρίχνω ψίχουλα να τρως και νεράκι για να πίνεις. Και να φέρεις την κυρά σου στη φωλιά και να κάνεις οικογένεια. Μα δεν κουράζεσαι ποτέ να τραγουδάς;»

Κι εκείνος δεν σταματούσε. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, δεν κούρνιαζε, το τραγούδι του ήταν ένας ύμνος στο κέντρο της πρωτεύουσας, μια πρόκληση στις τσιμεντένιες γειτονιές με τα ρημαγμένα πεζοδρόμια, τις ξεχαρβαλωμένες πολυκατοικίες, μια πρόκληση στην άγρια λεωφόρο, στους κουρασμένους άρρωστους γέρους τους κλεισμένους μέσα στα διαμερίσματα.

Και μια μέρα το κορίτσι τον είδε. Ήταν στην άκρη της πιο ψηλής κεραίας της πιο ψηλής πολυκατοικίας του δρόμου, απέναντι από το σπίτι της και το μπαλκόνι της. Το κορίτσι κατάλαβε τότε, ότι ο κότσυφας λειτουργούσε με στρατηγική. Στεκόταν εκεί ψηλά για να ακούγεται το τραγούδι του στα πέρατα της περιοχής, καλώντας τους συντρόφους του και τις αζευγάρωτες κοτσυφίνες.

Την άλλη μέρα ήρθε στο μπαλκόνι της. Τσίμπησε λίγα ψιχουλάκια, ήπιε λίγο νερό, σκάλισε το χώμα του φίκου μήπως βρει κανένα σκουληκάκι, κι έφυγε σαν αστραπή. Και ξαναγύρισε στο πόστο του, και στάθηκε στην πιο ψηλή κεραία της πιο ψηλής πολυκατοικίας απέναντι από το σπίτι του κοριτσιού. Και το τραγούδι του γέννησε κι άλλα τραγούδια από άλλα κοτσύφια που αποκρίνονταν από μακριά στο κάλεσμά του.

Και το τραγούδι του ενώθηκε με τους ήχους του ορατόριου του «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Μπαχ που είχε ακούσει το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης το κορίτσι στο Μέγαρο Μουσικής.

Την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, έπιασε εκείνος ο μανιασμένος αέρας. Το τραγούδι του κότσυφα σταμάτησε. Ο κότσυφας δεν ήταν πια στην πιο ψηλή κεραία της πιο ψηλής πολυκατοικίας απέναντι από το σπίτι του κοριτσιού. Κάποιοι αμυδροί ήχοι από το τραγούδι του ακούγονταν από μακριά, αλλά δεν ήξερε το κορίτσι αν ήταν ο δικός της κότσυφας ή κάποιος άλλος.

Μα τι να γύρευαν άραγε τα κοτσύφια στην Αθήνα του μπετόν; Αναρωτήθηκε το κορίτσι. Ίσως να είχαν χάσει τις φωλιές τους στις περσινές πυρκαγιές κι ήρθαν να βρουν καταφύγιο στις τσιμεντένιες κορφές των πολυκατοικιών και στις κεραίες, ή μπορεί να κούρνιαζαν στο Πεδίο του Άρεως ή στο Λυκαβηττό ή στο παρκάκι των Παναθηναίων. Ποιος ξέρει….

Και τότε σκέφτηκε ότι ο κότσυφας έφυγε για να μην τον πετάξει κάτω ο αέρας, όπως πέταξε τις μικρές γλάστρες με το βασιλικό, τη λεβάντα και τη γαρδένια. Έφυγε γιατί δεν θα μπορούσε να ακουστεί το τραγούδι του στα πέρατα της περιοχής στο κέντρο της Αθήνας. Αλλά μπορεί και να είχε πεθάνει. Από την εξάντληση, από την πείνα, τη δίψα, τη δύναμη που έβαζε για να ακουστεί το κάλεσμά του στα πέρατα, για να επιβιώσει το είδος του και να νικήσει ενάντια σε κάθε είδους αντιξοότητα.

Και σ’ αυτή τη σκέψη ένιωσε θλίψη το κορίτσι. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ίσως ο κότσυφας να θυσιάστηκε σαν το Χριστό για να διαιωνίσει το είδος του, για να νικήσει η ζωή το θάνατο. Μάλλον θα ήταν τώρα πια νεκρός.

Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του κοριτσιού.

Την άλλη μέρα, Μεγάλο Σάββατο, απόγευμα, έριξε μια απαλή βροχή. Ο αέρας είχε πέσει. Το βράδυ το κορίτσι ετοιμάστηκε να πάει στην Ανάσταση.

Και τότε άκουσε το τραγούδι του!

 

 


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για εμένα

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1952. Σπούδασα Ιστορία - Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκα στο Υπουργείο Πολιτισμού ως αρχαιολόγος από το 1977 ως το 1983. Παράλληλα με την εργασία μου σπούδασα θέατρο στη Σχολή Ευγενίας Χατζήκου και συμμετείχα σε παραστάσεις ερασιτεχνικών θεατρικών θιάσων.

Από το 1984 εργάστηκα ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες ΑΥΓΗ, ΠΡΩΤΗ, Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Το 1985 παίρνω το πρώτο δημοσιογραφικό βραβείο «Παύλου Παλαιολόγου» για το καλύτερο γυναικείο κείμενο. Αργότερα συνεργάστηκα με τα περιοδικά ΠΑΝΘΕΟΝ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΗΛΕΡΑΜΑ, Mme Figaro, ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑ, στα οποία είχα την ευθύνη της αρχισυνταξίας και την επιμέλεια του ελεύθερου ρεπορτάζ. Συνεργάστηκα επίσης ως ρεπόρτερ με την τηλεόραση του ΑΝΤ1 και με ραδιοφωνικούς σταθμούς (ΤΟP FM, 9.84 κ.α.). Κατά τη δημοσιογραφική μου καριέρα, ασχολήθηκα με την ελεύθερη έρευνα, πολιτιστικά, κοινοβουλευτικό και πολιτικό ρεπορτάζ.

Εργάστηκα ως συντάκτης πολιτικού ρεπορτάζ, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων-(ΑΠΕ-ΜΠΕ). Έχω γράψει τα βιβλία «Ψάχνοντας για τη Μόνικα», «Η σκιά της άλλης» και «Μινώκερος», τα οποία εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ. Έχω κάνει πολλές επιμέλειες βιβλίων.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια ζω μόνιμα στη Σύρο και συνεργάστηκα με την εφημερίδα «Ο ΛΟΓΟΣ των Κυκλάδων».