(τρία ποιήματα της Αλκμήνης Ψιλοπούλου από ανέκδοτη ποιητική της συλλογή)
Μέσα στα πλήθη γεννήθηκα
Και ζω.
Τα μάτια μου σαλεύουν αδιάφορα
Πάνω στις εικόνες των άλλων
Το πρόσωπό μου δεν έχει στόμα
Και δεν ακούω τι λένε,
Μόνο ένα ακατάληπτο βουητό
Κυκλώνει το κεφάλι μου.
Όμως τι δύναμη που έχει η σιωπή μου
Όταν βάζω το δάκτυλό μου στο στόμα
Και διατάζω το ανώνυμο πλήθος,
Ουρλιάξτε!
Εγώ είμαι ο αρχηγός σας
Εγώ, ένας αόρατος άνθρωπος.
Οι λέξεις σέρνονται
Αργόσυρτα
Μέσα στο παράξενο μυαλό μου.
Είμαι εγώ, ο αόρατος άνθρωπος
Δικό σας γέννημα
Κι εσείς η δύναμή μου.
Το ρήμα που παλεύει στον ύπνο μου
Το βήμα μου που σέρνω χωρίς να σαλεύω
Η δύναμή μου.
Μόλις βγω στη σκηνή και σφυρίξω
Θα μαζευτείτε γύρω μου.
Ένας παλιάτσος είμαι
Μα αν αγγίξετε τα ρούχα μου
Θα δείτε πως δεν έχω σώμα
Κι αυτή είναι η δύναμή μου.
Άνοιξα τις πύλες της σιωπής
Και πέταξαν
Κουρνιαχτός τα πουλιά
Προς τη Δύση.
Έβαψα πορφυρό τον ουρανό
Και δεν ήξερα γιατί.
Μόνο το άρωμα του γιασεμιού έσερνε
Το χορό του ανέμου
Γνωρίζοντας πως η τελευταία πνοή
Είναι η δική μου.
Ένας άλλος βγήκε από μέσα μου
Και τον προσκύνησα.
Αλλά δεν ξέρω ποιος είναι
Γνωρίζω μόνο τη δύναμή του
Την εξουσία του στα πλήθη που χάνονται
Μέσα στα ερέβη του τίποτα.
Γυπαετοί με σιδερένιες φτερούγες
Τρυπάνε τα όνειρά μου.
Μια ηλιαχτίδα περνάει μέσ’ απ’ τις
φυλλωσιές
Σαν αλλήθωρο μάτι
Και με καρφώνει.
Το σκότος απλώνει σιγά σιγά
Το χέρι του και με κυκλώνει
Ανεμίζοντας ένα πικρό μαντήλι.
Λέγοντας, Χαίρε. Για πάντα.
Κι όμως
Ένα μικρό κρινάκι στη μέση της ερήμου
Παλεύει να σκίσει την άβυσσο.
Κι εγώ,
Κοιμήθηκα μέσα στην αγκαλιά
Της νύχτας
Ακούγοντας το Άλφα ενός βρέφους.
Το σκοτάδι έριξε τα μαύρα του δάκρυα
Πάνω στο χέρι μου.
Τα δάχτυλα μούδιασαν.
Άγγιξα με τα χείλη μου τη μεταλλική μορφή
Του αίματος.
Ένας άνθρωπος αναδιπλώθηκε
Από το παρελθόν
Και κάθισε δίπλα μου.
Ο αέρας ασάλευτος
Και τα πουλιά πάνω στα δέντρα παγωμένα.
Ο κόσμος κρατάει την ανάσα του
Και μια συμπαντική έκλειψη γλύφει
Τον ουρανό.
Πέτρωσε το στερέωμα
Η κοσμοστέγη ερήμωσε
Κι ο ήχος απ’ τις τροχιές των άστρων
Εσίγησε.
Σ’ αυτό το μπαλκονάκι στην άκρη του Θεού
Έρχεται ο κότσυφας μόλις χαράζει
Και σπέρνει χώμα
Τσιμπάει ένα σκουληκάκι
Και πετάει.
Νύν και αεί, η ζωή.




0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου